Πέμπτη 29 Μαΐου 2008

«Ο γιος του...

… γιατρού, γιατρός! Ο γιός του σουβλατζή, σουβλατζής!!!»

Τάδε έφη ένας αναπληρωτής καθηγητής ανατομίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και γυναικολόγος της μάνας μου για τριάντα χρόνια, όταν ο πατέρας μου του ανακοίνωσε : «ο γιός μου θα πάει στη Σερβία γιατί ΘΕΛΕΙ να σπουδάσει Ιατρική», δέκα χρόνια πριν από σήμερα.

Ήταν τα χέρια του εν λόγω καθηγητή που με οδήγησαν έξω από την κοιλιά της μάνας μου και με έφεραν στο πρώτο φως της ζωής. Και ήταν αυτά τα λόγια του ίδιου καθηγητή που με πίκρα χαράχθηκαν βαθιά μέσα μου… όπως και στον πατέρα μου!

Τα χρόνια περνούσαν και κάπου κάπου θυμόμασταν τα λόγια αυτά. Άλλοτε με χαρά και περίσσεια περηφάνια που ίσως και να ξεχείλιζε από μέσα μας, όταν περνούσα κάποιο δύσκολο μάθημα. Άλλοτε πάλι, με απορία, όταν η μία αποτυχία διαδεχόταν την άλλη : « Βρε, λες να έχει δίκαιο ο καθηγητής?».

Κάποια στιγμή, η απορία σχεδόν χάθηκε από τα μυαλά μας, μιας και κατάφερα να πάρω το πτυχίο μου. Ήταν η στιγμή εκείνη που ένας Σέρβος καθηγητής βροντοφώναξε : « Συγχαρητήρια, κύριε συνάδελφε!». Ήταν η στιγμή που μία χώρα με όρκιζε, με έχρηζε γιατρό… σε αντίθεση με την δική μου χώρα, την πατρίδα μου!!!

Στη Σερβία βλέπεις, ο γιατρός είναι άξιος σεβασμού, έχει το κύρος που αρμόζει στο λειτούργημά του και δέχεται συχνά πυκνά τα συγχαρητήρια του κόσμου. Όχι ότι εκεί δεν γίνονται λάθη. Όχι ότι εκεί δεν υπάρχει «βρωμιά». Απλά, οι αναλογίες είναι αντιστρόφως ανάλογες από ό,τι στην Ελλάδα! Εκεί, οι «καλοί» γιατροί, υπερισχύουν των «κακών». Εκεί, τα λαμόγια δεν έχουν πιάσει τις «καλύτερες θέσεις» των δημόσιων ή/και ιδιωτικών νοσοκομείων. Εκεί, υπάρχει κάτι, που στην Ελλάδα το βρίσκεις μόνο σε νεοελληνικό λεξικό, ως έννοια : η αξιοκρατία!!!

Η επιστροφή μου στην Ελλάδα σήμαινε πως με περιμένει η διαδικασία αναγνώρισης του πτυχίου μου, μιας και η γενέτειρα χώρα του Ιπποκράτη θεωρεί πως τα πτυχία των χωρών που δεν είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής ένωσης, είναι κατώτερα. Τί κι αν σπούδασα σε μία μεταπολεμική χώρα, σε ξενόγλωσσο πανεπιστήμιο και όμως αποφοίτησα σε 7 χρόνια? Οι Έλληνες φοιτητές που σπουδάζουν στη χώρα μας, σε πανεπιστήμια όπου παρακολουθούν μαθήματα στη μητρική τους γλώσσα και αποφοιτούν σε δέκα χρόνια, είναι σαφώς καλύτεροι! (Αχ, Θεούλη μου, δώσε μου έστω για μία ημέρα την ευκαιρία να είμαι ένα «σκαλί» πιο πάνω από τους ομογενείς συναδέλφους γιατρούς, απόφοιτους του εσωτερικού… Άραγε, είναι κακεντρεχής αυτή η επιθυμία μου…?)

Αυτή η διαδικασία αναγνώρισης του πτυχίου μου, οι «βρώμικες» εξετάσεις που σχεδόν κάθε έξι μήνες προσπαθώ να (ξε)περάσω, έφεραν πάλι στο μυαλό μου τα λόγια εκείνα και γέννησαν πάλι την ίδια απορία. Μόνο που τώρα η απάντηση ίσως και να πλησιάζει περισσότερο στην ταπεινωτική (για εμένα) κατάφαση, παρά στην αγανακτισμένη και «δικαιωμένη» άρνηση.

ΝΑΙ, ίσως τελικά να έχει δίκαιο ο καθηγητής. Ίσως ο γιός του σουβλατζή να ξέρει πιο πολλά και πιο καλά τα «μυστικά» της δουλειάς. Ίσως οι συνταγές να περνάνε πιο εύκολα από πατέρα σε γιό και όχι απλά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Είτε είναι συνταγές για ένα καλό πιάτο, είτε είναι συνταγές για μία καλή θεραπεία. Σίγουρα πάντως, ο γιος του γιατρού θα βρει πιο πολλές πόρτες ανοιχτές, από ό,τι ο γιος του σουβλατζή.

Δεν πειράζει. Ο γιος του σουβλατζή έχει μάθει τόσα χρόνια να περιμένει. Να χτυπάει ελαφρά το κουδούνι, ως πακετάς, ως delivery boy, να χτυπάει την πόρτα και να περιμένει. Και όταν η πόρτα ανοίγει, να είναι εκεί, με περήφανα ορθωμένο ανάστημα, γιατί ξέρει ότι είναι «καθαρός», δυνατός και… άξιος!!!

Στην Ελλάδα του σήμερα όμως… μήπως να τα παρατούσα? Μήπως να πήγαινα σε κάποια άλλη χώρα? Μήπως να έπαιρνα τα «νυστεράκια» μου και σε άλλο «χειρουργείο»? Μήπως να επέλεγα κάποιον άλλο δρόμο? Ίσως αυτόν, της μουσικής, που από πάντα θαύμαζα! Χα… χα… ο δρόμος της μουσικής, που πρόσφατα μου υπέδειξε μία φίλη… και μου έφτιαξε τη μέρα!!!

Λες τελικά να είναι τα λόγια του καθηγητή που θα με οδηγήσουν στο απόλυτο φως της ζωής μου… ή στο σκοτάδι μου? Βρε, λες να έχει δίκαιο... ?

Υ.Γ. : Φαντάζομαι πως καταλάβατε ότι είμαι στα down μου… ελπίζω η διάθεσή σας να φτιάξει όπως και η δική μου, ακούγοντας τα έντεκα τραγούδια που «έβαλα» σε αυτό το κείμενο! Enjoy!!!

Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

Getting Away With It - James

Εδώ και μέρες σκεφτόμουν να γράψω κάτι για την Eurovision 2008, αλλά ακούγοντας απόψεις τύπου "αυτή δεν είναι Eurovision, είναι Euro-Βύζιον" και δηλώσεις όπως "η Eurovision ξεκίνησε το '56 με σκοπό την παραγωγή πρωτότυπων τραγουδιών υψηλής ποιότητας, αλλά κατέληξε σήμερα ένα υπερθέαμα εύπεπτης ισοπεδωτικής μουσικής ευρείας κατανάλωσης", και αφού είδα λίγο από τους ημιτελικούς, έχω να πω ότι λείπει τόσο το μουσικό επίπεδο, όσο και... το ύφασμα!

Ακριβώς όπως είπε και ένας "σοφός" πελάτης στο Grill, "αυτά θέλει ο κόσμος πια... βυζάκια και μπουτάκια... κλείσε τον ήχο και απόλαυσε το show"!!! Γi'αυτό και αποφάσισα να μην πω τίποτε παραπάνω, πέρα από την ευχή μου για καλή επιτυχία σε όλες τις χώρες! Μακάρι το καλύτερο ΜΟΥΣΙΚΟ τραγούδι να κερδίσει (και μην ακούσω τίποτα βλακείες ότι δεν είμαι πατριώτης ή ότι δεν πρέπει κάποιος να ψηφίσει τα φαβορί... it's all about music, people... or at least it's supposed to be!!!)

Η διάθεσή μου τις τελευταίες μέρες είναι λίγο "θέλω να φύγω, να αποδράσω, να εξαφανιστώ και the hell with them", ήρθε και η Eurovision να κάνει κάτι στα αυτιά μου, οπότε... σκέφτηκα να μοιραστώ μαζί σας το αγαπημένο μου τραγούδι απο James... Enjoy και καλό Σαββατοκύριακο!

(Αφιερωμένο σε όλους και ειδικά στη φίλη μου, Όναρ... thank you για όλα!!!)




P.S. : Μακάρι να μπορούσατε να καταλάβετε τους στίχους του τραγουδιού της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης, για να νιώσετε την γλύκα και το νάζι που κρύβουν!!!
"Pokušaću da te poljubim a ti se pravi luda
Pokušaću da te probudim a ti se pravi budna"

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

Η λαϊκή

Εναλλακτικός τίτλος 1 : «Πού 'σουνα, μωρό μου, εχθές?»

Εναλλακτικός τίτλος 2 : «Φανταστική, μουσική ιστορία»

Χθες το πρωί ξύπνησα νωρίς και σκέφτηκα πως, όπως κάθε Τετάρτη, έχει λαϊκή στην περιοχή μου και μάλιστα σε μία αλάνα, δύο λεπτά από το σπίτι μου. Μετά από λίγη σκέψη, πήρα την απόφασή μου : θα πάω στη λαϊκή!!!

Σιγά την απόφαση, θα μου πεις. Κι όμως, για εμένα ήταν μεγάλη απόφαση. Και διπλή. Από τη μία αποφάσισα να μην πάω στη Σερβία (πάλι), με αποτέλεσμα να «χάσω» τον γάμο μίας πολύ καλής φίλης. Από την άλλη, αποφάσισα να κάνω κάτι που το έκανα εκεί, στο Νις, μέχρι τα τέλη του 2005, και στην Ελλάδα, τους πρώτους μήνες του 2006 : να πάω λαϊκή (ίσως για να νιώσω λίγο, ότι είμαι πάλι εκεί).

Για τους πρώτους μήνες του 2006 δεν θα πω τίποτα, μιας και είναι αυστηρά συνδεδεμένοι με την πρώην μου (για όσους με ξέρουν προσωπικά, εννοώ την «μύξα») για την οποία πολλά έχω πει και νομίζω πως φτάνει πια! Για τις βόλτες μου στις λαϊκές της Σερβίας όμως…

Κάποια στιγμή στο δεύτερο έτος των σπουδών μου, πήγα στη λαϊκή και ψώνισα λαχανικά, σαλατικά και φρούτα, χρησιμοποιώντας τα ονόματά τους και όχι τη λέξη «αυτό». Α, ναι, διευκρίνιση : για τους περισσότερους Έλληνες που πηγαίνουν σε άλλη χώρα να σπουδάσουν, τον πρώτο καιρό τα περισσότερα πράγματα είναι «αυτό» και χώροι όπως η λαϊκή είναι… «αυτάδικα»!!!

Από τη μέρα που άρχισα να πηγαίνω στη λαϊκή της Σέρβικης γειτονιάς μου, το λεξιλόγιο μου εμπλουτίστηκε με διάφορες λέξεις – ονομασίες των ζαρζαβατικών, λαχανικών και φρούτων, αλλά και με λέξεις απλές ή/και χωριάτικες, μιας και άρχισα να μιλάω και να συναναστρέφομαι με τους απλούς, «λαϊκούς» ανθρώπους, τους πωλητές της λαϊκής, τους «λαϊκιτζήδες».


Μία μεγάλη (και για εμένα «κακή») διαφορά της Ελλάδας με τη Σερβία, είναι ότι εκεί οι λαϊκές είναι σταθερές και καθημερινές. Δηλαδή έχει λαϊκή κάθε μέρα, σε ένα σημείο κάθε περιοχής της πόλης, οπότε όχι μόνο μπορούν να εξυπηρετηθούν καθημερινά οι κάτοικοι της περιοχής, αλλά και οι «λαϊκιτζήδες» έχουν τον χώρο τους και ξέρουν τον κόσμο, κάνουν το πελατολόγιό τους... και αν όχι, παίρνουν τα κουβαδάκια τους και… σε άλλη λαϊκή.

Σε μία τέτοια λαϊκή, που τη λένε Μπόσκο Μπούχα (ο Boško Buha είναι μία προσωπικότητα της ιστορίας των Σέρβων), στη γωνία της λεωφόρου του Λένιν (που μετονομάστηκε σε λεωφόρο του Νέμανιτς) με την οδό των αδερφών Τάσκοβιτσ (αν θυμάμαι καλά), πήρα κάποια «μαθήματα» ζωής, δέχτηκα ένα δυνατό «φως» που μου άνοιξε τα μάτια, έλεγα τις καθημερινές μου καλημέρες, κόβοντας δρόμο πηγαίνοντας στην Ιατρική και καλησπέρες, στο γυρισμό, οπότε έκανα και τα ψώνια μου.

Εκεί έμαθα να ξεχωρίζω την καλή, φρέσκια, μικρή πράσινη ντομάτα από την μπαγιάτικη, την «καλή απ’έξω και χαλασμένη από μέσα» πράσινη ντομάτα που προορίζεται για τουρσί… και πόση εκτίμηση κέρδισα από τους «λαϊκιτζήδες», όταν τους είπα ότι ψάχνω ντομάτες για να κάνω το δικό μου τουρσί, με Σέρβικη συνταγή!!!

Στην ίδια "γωνιακή" λαϊκή, κάπου στο πέμπτο φοιτητικό μου έτος, έγινα «στουπί», «τύφλα», πίνοντας Σλίβοβιτσα (αν και εγώ το έλεγα και το λέω Σλίμοβιτσα), Σέρβικο ρακί, από τις 11 το πρωί, γιατί είχα περάσει ένα «δυνατό» μάθημα!

Εκεί, κάποια στιγμή, ένιωσα πως υπάρχουν άνθρωποι που με νοιάζονται, έστω και αν είναι ξένοι, όταν είδα τη θλίψη στα μάτια τους, γιατί τους είπα πως δεν πέρασα το μάθημα στην εξεταστική του καλοκαιριού. Αν και ξένοι, με ένιωσαν, κατάλαβαν πως έβλεπα τα καράβια μου να βουλιάζουν και όμως, μου συμπαραστάθηκαν. Φυσικά, Σέρβοι είναι αυτοί… το ρακί πάει με όλα και είναι η καλύτερη παρηγοριά!

Η γειτονιά μου μπορεί να άλλαξε, άρα και η λαϊκή, αλλά η σχέση μου με τους λαϊκιτζήδες, παρέμενε δυνατή. Είναι όπως τα τρένα και τους ανθρώπους : μπορεί να τα χρησιμοποιούμε για τον ίδιο προορισμό επί χρόνια και μετά να ταξιδεύουμε με άλλα μέσα, όταν όμως κάποτε ξαναπάρουμε τρένο, έστω και για ταξίδι προς «αλλού», σίγουρα θα νιώσουμε και πάλι την ίδια γλυκιά, ταξιδιάρικη αίσθηση, την γνώριμη χαρά και τη συγκίνηση του τσαφ τσουφ!
Κάπως έτσι ένιωσα κι εγώ όταν ξαναπήγα στην παλιά μου λαϊκή, ακόμα και ως «γιατρός β’», μέσα σε ασθενοφόρο (τελειόφοιτος τότε). Η οικειότητα του «λαϊκιτζή» ασθενή μόλις με γνώρισε, ήταν αυτή που με έκανε να σκεφτώ και να θυμάμαι για πάντα πως
«τί "γιατρός" και μα**κίες? Εγώ είμαι άνθρωπος απλός, καλός, λαϊκός!!!».


Μπορεί η ιστοριούλα να μην είναι όλη αληθινή, σίγουρα όμως κρύβει κάτι για τη λαϊκή και την Σερβία και είναι αυτό που νιώθω και για τις δύο… (και μου λείπουν, γαμώτο)!!!

Κάποια από όλα όσα έγραψα δεν είναι αλήθεια, αλλά τα πρόσθεσα για να μπορέσω να συμπληρώσω την ιστοριούλα και να σας χαρίσω τραγουδάκια. Με εξαίρεση το τραγούδι του εναλλακτικού τίτλου 1 (που είναι άθλιο) τα υπόλοιπα είναι από το γκρουπ των My Ok Hotel, ενός συγκροτήματος indie μουσικής, που μας έρχονται από την Ιρλανδία. Περισσότερα μπορείτε να μάθετε εδώ… ή στο google, βρε αδερφέ!!!

Τρίτη 13 Μαΐου 2008

ΙδιογράφΩς

Μετά από άμεση πρόσκληση της φίλης μου Me:Moir, έμμεση πρόσκληση της φίλης μου Όναρ και ένα πεταμένο μπαλάκι της φίλης μου Archive, αποφάσισα να γράψω κι εγώ κάτι με την παλιά, κλασσική μέθοδο «χαρτί και μολύβι», να το φωτογραφίσω και να το δημοσιεύσω εδώ! Ιδού :



Για το http://autographcollectors.blogspot.com/

Υ.Γ. : Δεν παίζω σε blogoπαίχνιδα, λέμεεε!!!

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

Μητέρα, μανούλα, μαμά... και γιαγιά!!!

Κυριακή, 11 Μαΐου, η ημέρα που έχει οριστεί ως η ημέρα της μητέρας. Αν υπάρχει κάτι τέτοιο, όπως η μία και μοναδική μέρα της μητέρας, μιας και όπως είπε στις 8 Μαρτίου (ημέρα της γυναίκας) η φίλη μου η Ντέμη «όπως έγιναν τα πράγματα, κάθε μέρα είναι σαν μέρα της γυναίκας». Άρα, κάθε μέρα θα μπορούσε να είναι και μέρα της μητέρας, του άντρα, του πατέρα… αρκεί να νιώθουμε εμείς έτσι! Ε, είναι και λίγο εμπορικά όλα αυτά…

Ειδικά για την ημέρα της μητέρας όμως, νιώθω κάπως. Ίσως είναι γιατί όσα χρόνια σπούδαζα, ήξερα πως η μητέρα μου θα περιμένει πώς και πώς να ξυπνήσω και να την πάρω τηλέφωνο για τα «χρόνια πολλά»… και τί χαρά έκανε, όταν κάποτε κανόνισα με ένα φίλο και της έστειλα λουλούδια στο σπίτι (ο φίλος τα έστειλε, μιας και εγώ σπούδαζα στη Σερβία).

Υποθέτω πως θα μπορούσα να γράφω ώρες ατέλειωτες κάτι «σοβαρό» για τις μαμάδες μας και να γελάω και να κλαίω, αλλά… Dr Pako είναι αυτός, είναι δυνατόν να μην γράψει κάτι λίγο διαφορετικό? Σκέφτηκα, λοιπόν, μία ιστοριούλα που ίσως και να δείχνει όλα όσα νιώθουμε (εμείς τα παιδιά) ή/και μία μαμά! Α, αφού η γιαγιά λέει πως «του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου» έτσι κι εγώ λέω πως «της μαμάς μου – και του μπαμπά μου - η μαμά είναι δυο φορές μαμά μου» (αν και οι δικές μου γιαγιάδες έχουν πεθάνει, δυστυχώς)… Ιδού :

Κάποτε, κάποια «μεγάλη» στιγμή της ζωής της, η κόρη γίνεται μητέρα. Και τότε, αλλάζουν όλα… Η σύζυγος που είναι πλέον μαμά αναλαμβάνει τα καθήκοντα του σπιτιού, έχοντας την έγνοια των παιδιών στο μυαλό της και αυτό την κάνει… παρανοϊκή!

Το παιδί μεγαλώνει χωρίς πολλά παράπονα και προβληματισμούς, μέχρι να ξεκινήσει το σχολείο, όπου και αρχίζει να καταλαβαίνει τι «παίζει». Η παρανοϊκή μαμά, σου έχει ετοιμάσει το μεγαλύτερο σάντουιτς του σχολείου, με παριζάκι, ΤΟΥΛΙΠ, μορταδέλα και ντομάτα!
Φυσικά, αν τρως νιφάδες για πρωινό, ό,τι νιφάδες και αν είναι αυτές, η μαμά τις λέει ΚΟΝ ΦΛΕΞ! Αλλιώς τρως ψωμί μέσα σε γάλα, δηλαδή «παπάρα»!

Το καλοκαίρι έρχεται και τρως καρπούζι, πάντα με την παρατήρηση της μαμάς : «μην φας μόνο την καρδιά, γιατί θα το δει ο μπαμπάς όταν έρθει και μετά…»… και πόσο μας φόβιζε αυτή η κουβέντα της μαμάς «θα το πω στον μπαμπά σου και κανόνισε»… Θεέ μου, ανατριχίλα στη σπονδυλική μου στήλη!!!

Καλοκαίρι και η μαμά σκέφτεται πως θέλει τον μπαμπά λίγο για τον εαυτό της μόνο, οπότε «είπε η γιαγιά πως θέλει να πας και να την δεις… έχει λέει και γατάκια στην αυλή… τί λες?»… τί να πεις? «Ο, ρε μάνα μου! Θέλω, θέλω, θέλω!»

Σε πηγαίνουν στο χωριό, στο σπίτι της γιαγιάς, που σε βλέπει, σε τσιμπάει, σε φιλάει και σε σαλιώνει, αλλά σε έχει δασκαλέψει η μαμά από πριν «μην πεις πάλι καμιά χαζομάρα… από αγάπη σε χαϊδεύει και σε φιλάει»… «ε, δεν μπορεί να κάνει μια αποτρίχωση τουλάχιστον? Με τσιμπάνε τα μουστάκια της», σκέφτεσαι… αλλά είσαι μικρός ακόμα για να μιλήσεις!

Οι μέρες περνάνε και χαίρεσαι και παίζεις και… τρως! Αν και η κουζίνα του σπιτιού της γιαγιάς είναι πλήρως εξοπλισμένη, εκείνη προτιμάει να μαγειρεύει… στο παλιό κουζινάκι, που έχει διαμορφώσει στην αποθήκη! Φυσικά, χρησιμοποιεί μόνο δυο επιλογές : σβηστός φούρνος, καυτός φούρνος! Ενδιάμεσα, «δεν έχει»!

Η γιαγιά συνήθως μαγειρεύει με λαρδί και ζωικό λίπος, γιατί «είναι καλύτερα» και γιατί «έτσι μάθαμε εμείς»! Τα μακαρόνια, τα τηγανητά αυγά, οι πίτες και ό,τι άλλο κάνει, έχουν μια γεύση… αρνίσια - από το λίπος - και πάντα συνδυάζονται με «τα καλύτερα και πιο υγιεινά αγαθά» : το κρεμμύδι , το σκόρδο και… το λάχανο τουρσί!!!

Η δυο φορές μαμά μας, αφού φτιάξει το δικό της, σπιτικό, «χωριάτικο» ψωμί, κόβει μια «φετάρα» πάχους 5 εκατοστών, της βάζει Μερέντα πάχους άλλων 5 εκατοστών και αν δεν θέλεις να την φας, σε κυνηγάει μέσα στο σπίτι με την ξύλινη κουτάλα της! Φυσικά, τίποτα δεν πάει χαμένο στο σπίτι της γιαγιάς, γι’αυτό και μπορείς να βρεις στο ψυγείο την Μερέντα που άνοιξες τα Χριστούγεννα… πριν από 3 χρόνια!!!

Η καλή μας η γιαγιά, τα έχει όλα, αλλά δεν συμφέρει, μιας και δεν δέχεται πως… κάποια στιγμή χορταίνεις! «Έλα, φάε, να ψηλώσεις»! Μα πως μπορεί ένα παιδί να φάει ψωμί με μερέντα ή/και μαρμελάδα, γάλα, πίτα, μπριζόλα, κεφτεδάκια, πατάτες τηγανιτές, φασολάκια, σαλάτα, γλυκό, κομπόστα… και όλα αυτά σε ένα γεύμα, αφού μέχρι να τελειώσει το ένα, αρχίζει το άλλο?!?! Ειλικρινά, τόσο φαί που έριξα στα νιάτα μου, θα έπρεπε να είμαι 8,5 μέτρα τώρα! Α, μην ξεχνάτε : «φάε το παχάκι, είναι καλό, υγεία!». Μπλιαχ!!!

Το καλοκαίρι φεύγει, έρχεται το φθινόπωρο, ενώ εσύ μεγαλώνεις. Μέσα στη ζωή μας, καλώς ή κακώς, είναι και οι αρρώστιες! Και «ποιος ακούει τη μαμά όταν της πω ότι έχω πάλι πυρετό», σκέφτεσαι ενώ ψήνεσαι, όχι μόνο από τον πυρετό, αλλά και από το άγχος για την αντίδραση της μαμάς!!!

«Τα έλεγα εγώ, δεν τα έλεγα? Άλλη φορά να φοράς μια φανέλα από κάτω από το μπλουζάκι και να μην κάθεσαι στο «ρεύμα»… μπορεί να πεθάνεις από το «ρεύμα», το ξέρεις? Και σου είπα ότι κρύωνα κιόλας!» λέει η μαμά… «μα, εσύ κρύωνες, εγώ να ντυθ…», προσπαθείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, αλλά ακούς «σουτ, σιωπή» από τη μάνα – «θεραπεύτρια», μιας και όπως κάθε μαμά, έχει το δικό της φαρμακείο.

Ε, το παιδί είναι άρρωστο, είναι δυνατόν να μην έρθει να το δει η γιαγιά? Και να σου τα γιατροσόφια : «τύλιξε του μια πετσέτα με τριμμένο κρεμμύδι στο λαιμό, για το κρύωμα, βαλε του από μια χοιρινή μπριζόλα σε κάθε μάγουλο για τις μαγουλάδες και δώσε του να φάει λίγο σκόρδο για να ανοίξει η μύτη του»! Φυσικά, είναι η ίδια γιαγιά που σου έδωσε ούζο, μόλις άρχισες να κλαις, επειδή άρχισες να βγάζεις τα πρώτα σου δόντια, κάποτε! Ωχ, παραλίγο να ξεχάσω το «απόλυτο φάρμακο όλων των εποχών», που σίγουρα χρησιμοποιούν όλες οι μαμάδες και οι γιαγιάδες : το ΒΙΞ! «Γιαγιά, βρωμάει», παραπονιέσαι και ακούς «σουτ, σιωπή!»… Μα, τί στο καλό, όλες στην ίδια σχολή «σουτ, σιωπή» πηγαίνουν? Και συμπληρώνει η γιαγιά «κι αν σου έρθει να αεριστείς, μην ντρέπεσαι, είναι υγεία να κλ*νεις»!!!

Τα χρόνια περνάνε, μεγαλώνεις, βγαίνεις, νυχτοπερπατάς και μια μέρα αναρωτιέσαι «παλιά, όταν πατούσα «κακά», η μαμά μου έλεγε πως είναι γούρι…τώρα, γιατί κάθε φορά που βλέπει τα παπούτσια μου λασπωμένα, λέει «όποιος τη νύχτα περπατεί, λάσπες και σκ*τα πατεί… τί ώρα γύρισες πάλι, γαϊδούρι?»!?

«Μεγάλος» πια, συνηθίζεις να πίνεις καφέ, αλλά κάποια στιγμή θέλεις να πιεις και ένα τσαγάκι και αμέσως σε ρωτάει η μαμά «άρρωστος είσαι?». «Όχι, αλλά για να μην αρρωστήσω από τις απορίες σου, θα μετακομίσω!» απαντάς, αποφασισμένος να ανεξαρτητοποιηθείς… ναι, καλά!!!

Νοικιάζεις σπιτάκι μόνος, το «φτιάχνεις», το επιπλώνεις, δέχεσαι επίσκεψη από τη μαμά και τη γιαγιά που σου έφεραν πιτζάμες και εσώρουχα, όλα «καλά», για να τα έχεις, γιατί «μεγάλο παιδί είσαι τώρα, όλο και καμιά θα έρθει να κοιμηθεί εδώ». «Μόνο μία?» λες, και σε στραβοκοιτάνε, μάνα και κόρη, γιαγιά και μάνα, συγχρόνως!!!

Η ζωή κυλάει όμορφα μέχρι που ένα πρωινό «ντριιιν, ντριιιν» το κουδούνι της πόρτας, η γκόμενα τρέχει να ντυθεί, εσύ δεν έχεις καταλάβει τί γίνεται και να σου μπροστά σου η μάνα σου «ήρθα να σου στρώσω το κρεβάτι, να βάλω καμιά σκούπα και να καθαρίσω, γιατί αυτή η ανεπρόκοπη…», «έλα, ρε μάνα, τώρα!» λες και προσπαθείς να τα μπαλώσεις με το «άλλο σου μισό»! Η μάνα σου, λέει τα δικά της «να βρεις ένα καλό κορίτσι, βρε, να νοικοκυρευτείς!».

Μετά από πολλά «άλλα μισά», βρίσκεις κάποτε αυτό που νομίζεις, νιώθεις και πιστεύεις πως είναι όντως ο άνθρωπος σου. Ακόμα και τότε, η μαμά και η γιαγιά έχουν να πούνε κάτι : «κοίτα, γιε μου… πρέπει να θυμάσαι να τρως τουλάχιστον τέσσερις φορές τη βδομάδα φαγητό «κανονικό», της κατσαρόλας, να την μάθεις να βάζει τα κουτάλια στο τραπέζι, όχι όλο έξω και έτοιμα και στεγνά…θα πάθεις τίποτα…», και μετά λένε, παρατηρώντας τη νύφη από μακριά «αχ, κοίτα την, την φοράδα, όλη η μέση της έξω είναι! Θα παγώσουν τα ωάρια της και πως θα κάνει παιδιά?»… «Μαμά! Γιαγιά! Τι λέτε τώρα? Τι είναι τα ωάρια και θα παγώσουν?» λες με βαριά αντρική φωνή, αλλά σε κατατροπώνει το διπλό «Σουτ! Σιωπή!».

Η μέρα του γάμου σου έρχεται, και όπως κάθε μητέρα, έτσι και η μαμά σου θέλει επιτέλους να τραγουδήσει, να ακούσει, να χορέψει το αγαπημένο τραγούδι κάθε παραδοσιακής μάνας «στου παιδιού μου την χαρά, έσφαξα έναν κόκορα»!

Πώς γίνεται αυτό το παράξενο πράγμα όμως? Η μαμά σου και η γιαγιά σου, ισχυρίζονται ότι ποτέ δεν κουτσομπολεύουν, κι όμως… ε, πως ήξεραν ποια χώρισε και ποια «ζευγάρωσε», ποια έβαψε τα μαλλιά της και τι θα φοράει η κάθε μια? Ο γάμος έγινε και το γλέντι… ήταν τόσο «αρμονικά» κανονισμένο από μαμά και γιαγιά (υπολογίστε και τις πεθερές «μαμά» και «γιαγιά» τώρα) που οι φωτογραφίες του γάμου θυμίζουν πίνακα ζωγραφικής!!!

Καθώς περνάνε τα χρόνια, η θέση σου είναι τέτοια ώστε να πρέπει να επιβεβαιώνεις τη μαμά σου πως τρως καλά, αλλά σαν τη δική της μαγειρική… «δεν έχει»!

Κάποτε, η γυναίκα σου γίνεται με τη σειρά της μητέρα και η μαμά σου γίνεται γιαγιά… και όσο και αν σιχαινόταν αυτά τα «εθίματα του χωριού», την τσακώνεις μια μέρα να τρίβει με αλάτι τις κλειδώσεις του βρέφους, «για να μην συγκαίεται» και με σκόρδο την κοιλίτσα του, «για να μην πάθει τίποτα το στομάχι του… ξέχασες εσύ? Που δεν σε άλειψε σκόρδο η γιαγιά σου»… ε, τώρα, τι να της πεις? Ξέρεις πως η απάντηση που θα πάρεις από την ίδια, τη μαμά που έγινε γιαγιά, αλλά και από την γυναίκα σου που έγινε μαμά, θα είναι η ίδια «Σουτ, σιωπή»!!!

Ίσως να είναι κάπως έτσι, ίσως αυτά που έγραψα να γίνονται μόνο στις ιστορίες του μυαλού μου. Το σίγουρο είναι πως η μητέρα είναι ό,τι πιο «ιερό» υπάρχει και όπως είπε ο Κώστας Βουτσάς στο τέλος της ταινίας «20 γυναίκες κι εγώ», αφού έμαθε ότι η γυναίκα του είναι έγκυος : «αχ, τι είσαστε εσείς οι γυναίκες και πόσα τράβηξα για εσάς! Όσα και αν τράβηξα όμως, χαλάλι σας! Χαλάλι σας, γιατί μας δίνετε την καλύτερη χαρά του κόσμου! Μας δίνετε την ίδια τη ζωή!!!»… επιτρέψτε μου να προσθέσω : στην αρχή σαν παιδιά σας, μετά σαν μπαμπάδες, που δεν θα υπήρχαν χωρίς εσάς τις μαμάδες!!!

Υ.Γ. 1: Οι μουσικοί μου αναγνώστες, αυτοί που «μπαίνουν», διαβάζουν, ακούν ή/και κατεβάζουν τα τραγούδια που «κρύβω μέσα στις λέξεις, έστω και αν ποτέ δεν αφήνουν κάποιο σχόλιο, έχουν σαράντα ένα τραγούδια να ακούσουν εδώ. Τραγούδια που έχουν να κάνουν με τη μητέρα, τη μανούλα, τη μαμά! Enjoy!!!

Υ.Γ. 2 : Μαμά, σε ευχαριστώ που με έκανες αυτό που είμαι σήμερα! Σε ευχαριστώ που ακόμα με βοηθάς να γίνω καλύτερος άνθρωπος! Σε ευχαριστώ για όλα, ΣΕ ΑΓΑΠΩ!!!

Πέμπτη 8 Μαΐου 2008

Grill Giotis!!!


Ανοίξαμε και σας περιμένουμε. Ή μάλλον, άνοιξαν (οι γονείς μου) και σας περιμένουν. Ή μάλλον, ας τα πάρουμε από την αρχή…

Ήταν το έτος 1976 όταν ο πατέρας μου, κύριος Γιώτης, και ο ξάδερφος του, κύριος Β. , αποφάσισαν να ανοίξουν ένα σουβλατζίδικο. Οι δυο τους παρέλαβαν το μαγαζί του κυρίου Άγγελου, ο οποίος έμαθε την «τέχνη» του γύρου στον πατέρα μου (και σήμερα έχει ένα εστιατόριο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης).

Νέοι τότε, νιόπαντροι και οι δύο και νεοφερμένοι στη Θεσσαλονίκη, ο Γιώτης και ο Β. , περνούσαν κάθε μέρα δουλεύοντας πολύ, αλλά και γλεντώντας. Μέσα στην τρέλα των νιάτων τους, πού να βρουν μυαλό για δουλειά. Πρόσφατα έμαθα πως ο καθρέφτης που υπάρχει έξω από το σουβλατζίδικο και δίπλα στην είσοδο, ήταν «παγίδα», για να σταματούν οι γυναίκες και να τις «πειράζουν» οι εν λόγω σουβλατζίδες!

Το μαγαζί τότε ήταν σχετικά «αφημένο», με ένα δυο ποντικάκια να κάνουν βόλτες ανάμεσα στα πόδια των πελατών που έκαναν πλάκα και τα τάιζαν σαν κατοικίδια, με μουσαμάδες στα πατώματα και ταπετσαρίες στους τοίχους, αλλά πάντα με καλή καρδιά και πολύ κέφι. Μόνο που το κέφι για τον Γιώτη και τον Β. , σήμαινε και πολλά κεράσματα και πολλά «δανεικά και αγύριστα»…

Το 1979 η μητέρα μου γέννησε τον δεύτερο γιο της (εμένα). Αυτό σήμαινε πως τα έξοδα και οι υποχρεώσεις της οικογένειας μεγάλωσαν, οπότε έπρεπε να σταματήσουν τα γλέντια και τα κεράσματα του σουβλατζίδικου. Ίσως το ότι ο Γιώτης και ο Β. δεν τα πήγαιναν πολύ καλά (ως συνεργάτες) να βοήθησε στη λήψη της απόφασης, και το σουβλατζίδικο έκλεισε, στις αρχές του 1980.

Μετά από δύο χρόνια, οι γονείς μου είχαν την φαεινή ιδέα να ανοίξουν μαζί το σουβλατζίδικο, οι δυο τους. Έτσι και έπραξαν, μόνο που αυτή τη φορά ήταν πιο οργανωμένοι. Τα γλέντια με ελληνική ρεμπέτικη και λαϊκή μουσική, ήταν περιορισμένα, όπως και τα κεράσματα και τα δανεικά ("λέμε" τώρα...). Η δουλειά ήταν ΔΟΥΛΕΙΑ, η καθαριότητα της μαμάς Τούλας επέβαλε καινούριες ταπετσαρίες και μουσαμάδες που άλλαζαν συχνά πυκνά, τα σκεύη ήταν καινούρια και πάντα καθαρά και πλυμένα στο χέρι, τα προϊόντα ήταν πάντα φρέσκα και διαλεγμένα προσεκτικά, (π.χ. οι πατάτες, που καθαριζόντουσαν κάθε μέρα στο χέρι) , ενώ οι πελάτες ήταν… «κάθε καρυδιάς, καρύδι»!!!

Ο πελάτης που τότε ήταν παππούς, σήμερα δεν υπάρχει πια, κατά πάσα πιθανότητα. Ο τότε πατέρας που ερχόταν στο σουβλατζίδικο με τον πιτσιρικά γιο του, σήμερα έρχεται πάλι με κάποιον πιτσιρικά, μόνο που τώρα είναι εγγονός του. Ο τότε πιτσιρικάς, σήμερα είναι οικογενειάρχης, επαγγελματίας, «φτιαγμένος» στη ζωή. Φυσικά, το ίδιο ισχύει και για τις γυναίκες πελάτισσες του τότε και του σήμερα.

Ένας από τους τότε πιτσιρικάδες, είναι ο Δημήτρης Σταρόβας. Ήταν μαθητής τότε, όταν έμπαινε μέσα στο μαγαζί, πετούσε την τσάντα σε μια γωνιά, έπαιρνε σάντουιτς στο ένα χέρι, ενώ στο άλλο κρατούσε την κιθάρα του, και κατηφόριζε για το πλακόστρωτο, μαρμάρινο πάρκο του Διοικητηρίου. Σε εκείνο το πάρκο βρισκόταν με άλλους πιτσιρικάδες και ίσως πελάτες του μαγαζιού, όπως ο Αντώνης Κανάκης η/και ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος. Άλλωστε, η περιοχή του Διοικητηρίου όπου είναι και το σουβλατζίδικο, έχει «βγάλει» πολλά «ονόματα». Κάποια από αυτά, πέρασαν και από τον «Γιώτη» (κάποτε ήταν στέκι, ο «Γιώτης», στο Διοικητήριο).

Μία ολόκληρη ομάδα, η Νίκη Διοικητηρίου, είχε οργανωθεί έτσι ώστε να έχει σαν «γραφεία» της, τον «Γιώτη». Όλοι οι παίχτες της, όπως και οι φίλοι της ομάδας, είχαν περάσει από το σουβλατζίδικο ( και κάποιοι από αυτούς, μας κάνουν την τιμή να περνάνε και τώρα). Ακόμα και στη νίκη κάποιου πρωταθλήματος, η διοίκηση της ομάδας είχε «αναγκάσει» τους γονείς μου να κρατήσουν το σουβλατζίδικο ανοιχτό όλη τη νύχτα, για να το γλεντήσουν! Φυσικά και έτσι έγινε, σε ένα γλέντι που έχει μείνει αξέχαστο σε όλους τους συμμετέχοντες!











Ανάμεσα στους καθημερινούς και απλούς πελάτες, ήταν και αρκετοί επώνυμοι και διάσημοι, όπως οι ηθοποιοί Νίκος Ρίζος, Σπύρος Καλογήρου και Γιώργος Πετρόχειλος, οι καλαθοσφαιριστές Γιώργος Μπαλογιάννης, Βασίλης Λυπηρίδης και Μιχάλης Μισούνοφ, οι πολιτικοί Παναγιώτης Ψωμιάδης, Κωνσταντίνος Τριαρίδης και Άκης Τσοχατζόπουλος, ο συγγραφέας Ντίνος Χριστιανόπουλος όπως και πολλοί άλλοι, που σίγουρα ξεχνάω τώρα. Α, μεταξύ αυτών ήταν και ο Πασχάλης Τερζής, μόνο που αυτός δεν ερχόταν, αλλά του πηγαίναμε πακετάκια, στο καφενείο που σύχναζε.
Πρόσφατα, η λίστα αυτή συμπληρώθηκε από τη Ντέμη Παπαδοπούλου και από τις «διάσημες» για εμένα, Me:moir, Archive και Efoudi.

Με αυτά και με αυτά, τα χρόνια πέρασαν. Το μενού άλλαξε, προστέθηκε το κοτόπουλο και το Gordon blue, όπως και πολλές σαλάτες, οι ταπετσαρίες έγιναν μπογιά σε «καλό» τοίχο, οι μουσαμάδες έγιναν πλακάκια, τα ποντικάκια δεν υπάρχουν πια, αλλά μία γάτα μας επισκέπτεται συχνά, τα μηχανήματα εκσυγχρονίστηκαν (λίγο, γιατί μας αρέσει η παράδοση και η γεύση που δίνει το κάρβουνο), τα πιάτα πλένονται σε επαγγελματικό πλυντήριο, οι πατάτες αγοράζονται προτηγανισμένες, ενώ οι πελάτες εξακολουθούν να είναι… «κάθε καρυδιάς, καρύδι»!



Μπορεί από τότε μέχρι τώρα να αλλάξαμε κι εμείς σαν οικογένεια, να «χάσαμε» τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, να «αποκτήσαμε» μια νύφη (που είναι σαν αδελφή για εμένα και κόρη για τους γονείς μου), να έμαθα να δουλεύω κι εγώ, να γέρασαν οι γονείς μου, αλλά πέρα από τη μουσική που έμεινε η ίδια, ελληνική ρεμπέτικη και λαϊκή, σίγουρα δεν άλλαξε και κάτι άλλο: το μεράκι, το χαμόγελο, η καλή καρδιά και η ακόμη καλύτερη γεύση και η αναζήτησή της!

Κάπου μέσα σε αυτά τα χρόνια, μέσα στα χαμόγελα και τις γευστικές αναζητήσεις, έγινε και κάτι άσχημο : ο πατέρας μου, ο Γιώτης, «έχασε» τα νεφρά του. Τα βάρη που σήκωνε κάθε μέρα, το άγχος της δουλειάς και της ίδιας της ζωής, οι άπειρες ώρες εργασίας (15 ώρες καθημερινά, από Δευτέρα ως Σάββατο , αλλά τα τελευταία χρόνια από Δευτέρα ως Παρασκευή), η καθημερινή κατανάλωση κρέατος (ε, μη μου πεις ότι δεν πάει… η φασολάδα με τον γύρο!?) τον οδήγησαν αρχικά στη νόσο των βασιλιάδων (ως άλλος βασιλιάς… του γύρου!) και μετέπειτα στη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.

Σύμφωνα με τους νόμους τους κράτους μας, ο Γιώτης δεν μπορεί να πάρει αναπηρική σύνταξη γιατί έχει αναπηρία 3% παραπάνω από το όριο (έλεος!), οπότε το σουβλατζίδικο παραμένει ανοιχτό μέχρι να έρθει η μέρα της συνταξιοδότησής του. Ίσως αυτή να είναι και η αφορμή αυτού του κειμένου : άρχισε η αντίστροφη μέτρηση! Σύσσωμη η οικογένεια μου, ελπίζουμε ότι του χρόνου, τέτοια μέρα, το σουβλατζίδικο θα έχει κλείσει ή θα έχει αλλάξει χέρια ιδιοκτήτη ή… δεν ξέρω τι άλλο, αλλά όλοι μας ελπίζουμε πως του χρόνου τέτοια μέρα, θα γράφω πως
«ΚΛΕΙΣΑΜΕ… ΚΑΙ ΔΕΝ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ!».

Αν και πέρυσι ήμουν φαντάρος, νομίζω πως αυτή η αντίστροφη μέτρηση, μου φαίνεται πιο «βαριά». Όχι γιατί δεν μου αρέσει η συγκεκριμένη δουλειά, αλλά γιατί θέλω επιτέλους να ακούσω τους γονείς μου να λένε πως ξεκουράστηκαν! Άλλωστε, γι’ αυτό και προσπαθώ να βοηθήσω όσο μπορώ. Από ανάγκη για δουλειά, λες? Όχι! Από συνήθεια? Μπα! Από σεβασμό για το «μαγαζί μας», το σουβλατζίδικο που «έβγαζε» τόσα, ώστε να σπουδάσω και να γίνω γιατρός? Εννοείται! Από αγάπη για τους γονείς μου? Φυσικά!

Μιας και μένουν 300 και κάτι μέρες, όσοι έχετε όρεξη και διάθεση, περάστε μια βόλτα από το «μαγαζί μας». Θα σας περιμένουμε με ζεστά πιάτα και ακόμα πιο ζεστά χαμόγελα!
Grill Giotis, Φιλήμονος Δραγούμη 8, Παραπλεύρως Διοικητηρίου

RESPECT!!!


Υ.Γ. : Απόψε ήταν η πρώτη φορά που διάβασα κάποιο από τα κείμενά μου στους γονείς μου και χάρηκα πολύ και με την "έγκρισή" τους, αλλά και με τα βουρκωμένα μάτια τους! Για άλλη μία φορά

RESPECT!!!

Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

Funny cat


Ένας γάτος υπναράς, όπως και η αφεντομουτσουνάρα μου!

Ένα post μικρό, με ένα video μικρό, απλό και χαριτωμένο, για να "δείξω" στη φίλη μου Jane E. , πως οι γάτες είναι αστείες!!!

Χιχι, χι, και επιπλέον νιάου!!!

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

Καλωδιώσου...

... μωρό μου!!!

Muse - Plug in, baby
Music therapy - personal treatment : 500 mg MUSE το πρωί και για το βράδυ... θα δούμε! Ίσως έτσι να πέσει ο πυρετός και να "φύγει" το πρήξιμο από τις αμυγδαλές μου!

Το τραγουδάκι "τα σπάει" και είναι δωράκι για την φίλη μου, Ειρήνη, αλλά και για όλες όσες γιορτάζουν σήμερα!
Να είσαστε καλά και να σας χαιρόμαστε!!!

Καλημέρα και καλή βδομάδα σε όλους και όλες!!!

Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

«Άγιον» Πάσχα

Χριστός Ανέστη
Christ is Risen
Hristos vaskrese
Христос вaскрсе!

Ο σοφός λαός μας πολύ ορθά λέει «Χριστούγεννα στην πόλη και Πάσχα στο χωριό» και αυτό θα έπρεπε να είχα κάνει κι εγώ, για να «νιώσω» λίγο το Πάσχα, μιας και στην πόλη… απογοητεύτηκα!!!

Η Μεγάλη βδομάδα με βρήκε να δουλεύω μέχρι και την Μεγάλη Τετάρτη, αποφασισμένος να μη νηστέψω, για διάφορους λόγους. Από τη μία, λατρεύω το κρέας και δουλεύω σε σουβλατζίδικο, κάτι που δεν βοηθάει στη νηστεία. Από την άλλη, πιστεύω πως η νηστεία γίνεται όποτε εμείς θέλουμε και όποτε εμείς νιώθουμε την ανάγκη να νηστέψουμε, όποτε εμείς νιώθουμε έτοιμοι να «καθαρίσουμε» για να κοινωνήσουμε και όχι όποτε μας υποδεικνύει η «μόδα» ή η εκκλησία!

Με το να «καθαρίσουμε», εννοώ ψυχικά, όχι σωματικά και «εντερικά». Ειδικά γι’αυτό δε μπόρεσα να νηστέψω, μιας και κάθε μέρα βρισκόταν κάποιος λόγος να χαλάσω τη διάθεση μου και να νευριάσω. Κάθε μέρα, βρισκόταν κάποιος να απαιτήσει κάτι, επικαλώντας κάποιο δικαίωμά του και καταπατώντας κάποιο δικό μου, με αποτέλεσμα να κάνω άσχημες σκέψεις και να βρίζω, έστω και μέσα μου. Ίσως τελικά για να νηστέψω και να «καθαρίσω», πρέπει να πάω για λίγο καιρό στο χωριό μου… αν και εκεί… μη χειρότερα!!!

Μεγάλη Παρασκευή και βόλτα με τον κολλητό και την κοπέλα του. Πίνουμε καφέ και σκέφτομαι πως εδώ, στην πόλη, και μέσα στην καθημερινότητα και το άγχος της, τα προβλήματα, τα χρέη, τις δουλειές και τις αβαρίες, οι άνθρωποι τρέχουν και πολλές φορές δεν φτάνουν! Έτσι και εμείς δεν φτάσαμε εγκαίρως για τον Επιτάφιο, μιας και περιμέναμε δύο φίλους να σχολάσουν από τη δουλειά…

Το Μεγάλο Σάββατο ήταν η μέρα της «απόδρασης», αφού – όπως έγραψε μια φίλη- «ξενέρωσα στην πόλη». Πήγα στο χωριό μου, κάπου στις Σέρρες. Αφού γέμισα τα πνευμόνια μου με καθαρό οξυγόνο και μου άνοιξε η όρεξη, έφαγα ένα "τριπλό" μεσημεριανό και απόλαυσα το χωριάτικο κλίμα… με μια κουβέρτα στον καναπέ! Κοιμήθηκα, όπως κάποτε, που ήμουν πιτσιρικάς και πήγαινα για ΟΛΟ το Πάσχα στο χωριό, και κάθε φορά που με έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ, η αγαπημένη μου γιαγιά με σκέπαζε με μια κουβέρτα… και κάθε φορά, με ξυπνούσε με φρέσκο γάλα και τη μυρωδιά του χωριάτικου ζυμωμένου ψωμιού…
Αυτή τη φορά, ήταν η μητέρα μου που με σκέπασε με την κουβέρτα και μετά από λίγες ώρες με ξύπνησε με τη μυρωδιά του ελληνικού καφέ που ψήνεται στη σόμπα. Μα τι καταπληκτικό καϊμάκι «φτιάχνει» η σόμπα! Και ακόμα καλύτερα φαγητά!!!

Η διάθεση μου εδώ και καιρό είναι λίγο «αντικοινωνική» και γι’αυτό συμφωνήσαμε με τον ξάδερφο να πάμε (ως κλασσικοί Ελληνάρες) στην Εκκλησία στις 23:45 για το «Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός» και να φύγουμε μετά το «Χριστός ανέστη εκ νεκρών» στις 00:05. Όλως παραδόξως, φέτος δεν ακούσαμε το γνωστό «Χρι- φσιουυυ, μπαμ, μπαμ- στόόός- φσιουυυ, τσφφφ, τσφφφ- Ανέέέ- μπαμ, μπαμ, μπαμ- στη εεεκ- φσιουυυ, μπαμ, τσφφφ, μπαμ, φσιουυυ- νεκρών», οπότε ήμασταν «πιστοί» στο ραντεβού μας με την μαγειρίτσα, ακριβώς στις 00:10.

Λίγες μέρες πριν, διάβασα στο blog μιας φίλης το καλύτερο σύντομο κείμενο σχετικά με το Πάσχα : « Άντε, να τα ψήσουμε και φέτος να τελειώνουμε». Αυτό κάναμε κι εμείς, αρχίζοντας από τη μαγειρίτσα. Ήταν που πεινούσαμε λίγο παραπάνω, ήταν που είχαμε αποφασίσει να μην βγούμε μετά, οπότε ήπιαμε κρασάκια στο σπίτι, ήταν και η μαγειρίτσα βρασμένη πάνω στην σόμπα (μούρλια) και νάτο το δεύτερο πιάτο μπροστά στον Dr Pako και το «άγιο Πάσχα» (μιας και πλέον, στην σύγχρονη Ελλάδα, Πάσχα = μάσα, φαγητό, χάψα, χλαπάκιασμα ή όπως αλλιώς θέλετε να το πείτε… και όπου «Πάσχα», μπορείτε να βάλετε όποια γιορτή θέλετε).

Κυριακή του Πάσχα, το σόι μαζεύεται στο σπίτι μας (λόγω ονομαστικής εορτής μου) και το ψήσιμο αρχίζει. Φέτος δεν «σουβλίσαμε», αλλά ψήσαμε στα κάρβουνα κατσικάκι και αρνάκι.
Η χαρά του ψησίματος (και του ψήστη) στο χωριό : έξω, στην αυλή, τριγυρισμένος από το πράσινο και άλλα χρώματα και έντονες φυσικές «μυρουδιές», με μια «φουφού» κυριολεκτικά μέσα σε έναν χορταρένιο παράδεισο, χωριάτικο κλίμα που κάνει το αλκοόλ να κατεβαίνει και το στομάχι να γεμίζει με φρεσκοψημένο κρέας μέχρι σκασμού! Κάπου εκεί, ανάμεσα σε δυο μπουκιές και μια γουλιά, ένας ξάδερφος λέει την πιο εύστοχη «εορταστική» ατάκα : «Α(ι)ντε… μαζί με το κατσικάκι… πάει και φέτος το Πάσχα»!!!

Καλό το χωριό, αλλά για λίγο. Μετά από λίγες ώρες ξεκούρασης, μπήκαμε στο αυτοκίνητο του ξαδέρφου και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής… με οδηγό εμένα! Επιτέλους, έκανα ένα ταξιδάκι οδηγώντας!!!

Το βράδυ της Κυριακής περιελάμβανε παρέα στο σπίτι, ήρεμα πράγματα, γέλια και ποτά. Γιόρτασα, αλλά «χαλαρά». Άλλωστε, πάντα στις γιορτές, με πιάνει μια μελαγχολία. Δεν ξέρω γιατί, αλλά συμβαίνει. Ειδικά φέτος, που είχα στο μυαλό μου (και στο «κεφάλι» μου) το μαγαζί και τους κουραστικούς (λιγοστούς) πελάτες, αλλά και το άγχος των εξετάσεων (που πλησιάζουν σιγά σιγά), η διάθεση μου μόνο εορταστική δεν ήταν! Άσε που νιώθω πως είναι ευχή και κατάρα να έχεις το όνομα μιας μεγάλης γιορτής, που όμως ο κόσμος δεν το έχει συνδυάσει με αυτή τη μέρα! Ναι, people, το Πάσχα γιορτάζουν και οι Πασχάληδες και οι Πασχαλίνες! Anyway…

Αυτά τα «ολίγα» σχετικά με το Πάσχα. Σε γενικές γραμμές, μπορώ να πω ότι όχι, δεν πέρασα καλά. Με πείραξε που κάποιοι φίλοι δεν με θυμήθηκαν. Με την ευκαιρία , να πω ένα ευχαριστώ σε όσους ξόδεψαν λίγο χρόνο και κόπο, για να μου πουν Χρόνια Πολλά. Στους υπόλοιπους… «δεν πειράζει»!!!

Άντε, και του χρόνου! Αν και είμαι από τα άτομα που πιστεύουν πως οι γιορτές και ειδικά το Πάσχα πρέπει να γιορτάζονται εντός Ελλάδος, μπορώ να πω ότι ζήλεψα το ταξίδι μιας φίλης, που πήγε στο Λονδίνο. Όχι μόνο για τον προορισμό, αλλά και για το ότι ήταν εκεί και ένιωσε την Πασχαλιάτικη κατάνυξη, ίσως και περισσότερο από ότι εμείς, εδώ, στην Ελλαδίτσα μας. Ίσως το επόμενο Πάσχα, να με βρει εκτός Ελλάδος. Ίσως, να είμαι εδώ, αλλά να έχει αλλάξει κάτι. Πού θα πάει, θα "αναστηθεί" και η πατριδούλα μας κάποτε…
Αληθώς ο Κύριος!
Indeed He is Risen!
Vaistinu Vaskrese
Ваистину вaскрсе!

Υ.Γ. 1: Συγνώμη, καλή μου φίλη, αλλά χθες το πρωί που με ρώτησε ένας φίλος «Τί (δώρα) πήρες στη γιορτή σου?» η απάντησή μου ήταν ειλικρινής και αυθόρμητη : « Ένα ζευγάρι γυαλιά, έναν σκληρό δίσκο και τον κ**ο μιας φίλης μου»… ουψ!!!

Υ.Γ.2: Σε αυτό το κείμενο δεν θα βρείτε τραγούδια. Όχι επειδή δεν είχα τουλάχιστον 15 επιλογές μέσα στο μυαλό μου από ελληνικά, παραδοσιακά - όπως ο Καρδιολόγος - θρακιώτικα ή και ποντιακά τραγούδια, μέχρι και διασκευασμένα ελληνικά από Ιμαμ Μπαϊλντί, αλλά και ξένα, παρμένα από ένα δορυφορικό τηλεοπτικό σταθμό (που μου κρατούσε «μουσική» συντροφιά όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα και γέμιζε αγαλλίαση την ψυχή μου, ακριβώς όπως πρέπει να είναι ένα Πασχαλιάτικο soundtrack), αλλά επειδή έστω και έτσι, θέλω να τιμήσω έναν «μεγάλο» άνθρωπο και να πενθήσω τον χαμό του : Αντίο, Μάριε Τόκα! Η μουσική σου θα μας ζεσταίνει πάντα! Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ!!!

Κυριακή 20 Απριλίου 2008

Μουσικό Σαββατόβραδο

Εναλλακτικοί τίτλοι :
Oldies, but goldies
Τραγούδια… και όχι μόνο!!!
YouTube Mania

Και καμιά δεκαριά ακόμα που τριγυρνάνε στο μυαλό μου, αλλά δεν είναι σημαντικοί! Προφανώς, είναι αποτελέσματα των μεσημεριανών ούζων ή της βραδινής Sangria-ς.

Αυτό το Σαββατόβραδο με βρήκε στο σπίτι, Χο Μαλόνη, όπως λέγαμε κάποτε, στα καγκούρικα χρόνια του γυμνασίου (η περιοχή που μένω, άλλωστε, χαρακτηρίζεται από αρκετή καγκουριά), εννοώντας ότι είμαι home alone, χωρίς γονείς, αδέρφια, σκυλιά, γατιά ή άλλα ζώα να με ζαλίζουν (δηλαδή, χωρίς γυναίκα! :P).

Παίρνω για παρέα μου ένα ποτήρι («ένα») Sangria, ανοίγω τον υπολογιστή, ακούω μουσικές, σκέφτομαι, «ταξιδεύω», ηρεμώ και κάποια στιγμή, αρχίζω να μιλάω με μία νέα διαδικτυακή φίλη. Όπα, μετά από τα «τελευταία», ας πούμε καλύτερα ότι είναι «φίλη». Ποτέ δεν ξέρεις…

Anyway, μιλάω με αυτό το γνωστό άγνωστο άτομο, για κάτι που έχουμε κοινό (όχι το sex, μη βιάζεσαι, πονηρέ/ή), τη μουσική! Βλέπεις, είναι παιδί του Former Republic Radio κι αυτή, κάτι «σκαλίζει» και στο ραδιόφωνο πειρατικά, οπότε…

Μετά από λίγη ώρα καταλήξαμε να μιλάμε για τραγούδια όπως αυτό


(αφού ξεπεράσετε το σοκ της «φλωριάς» του Wim Mertens, προσέξτε τα πνευστά… μόνο εγώ νόμιζα πως είναι βιολιά?)

να ανταλλάσουμε τραγούδια όπως αυτό, αυτό και αυτό και να διασκεδάζουμε βλέποντας videάκια όπως αυτό


και αυτό

(ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια του Mozart σε συνδυασμό με τη μουσική από έναν από τους αγαπημένους μου κινηματογραφικούς χαρακτήρες... χεχε)

Χάρη στον κολλητό μου, Ziggy, είχα βρει και αυτό το videάκι

(μα τι καταπληκτική φωνή έχει η Kate Bush)

που μας ηρέμησε, αφού είχαμε κουραστεί να ψάχνουμε για αυτό το τραγούδι, σε radio edit έκδοση. Δε πειράζει, girl, καλό είναι και το απλό. Και είναι ένα τραγούδι που θέλω να αφιερώσω στη Miss Tati, γιατί νομίζω πως θα της αρέσει!!!

Τελευταίο videάκι αυτό, γιατί κοντεύω να τρελαθώ


The Avalanches - Frontier Psychiatrist

(I am not a psychiatrist, my friend, although you definitely need one!) :)

Όπα, μου άδειασε το ποτηράκι! Πάω για refill… μη με περιμένετε!!!

Υ.Γ.1 : Μπορεί να μην βγήκα, αλλά πέρασα αρκετά καλά… «μόνος», στο σπίτι!!! ;)

Y.Γ2: Αυτό το videάκι είναι αφιερωμένο στον φίλο μου Ιvan που σε λίγους μήνες θα γίνει μπαμπάς!!!
(Ovaj video je za mog drugara Ivana koji ce za nekoliko meseci postati otac)

Όπως και αυτό (kao i ovaj)


(“ko o cemu, baba o kolachima... ko o cemu, Dr Pako o pickama”)

Τετάρτη 16 Απριλίου 2008

Mr. Jones

Η διάθεση μου κατά το τέλος της προηγούμενης βδομάδας ήταν αρκετά πεσμένη (μιας και ένας πανηλίθιος με στενοχώρησε και με έκανε να χάσω μια καλή φίλη), ώστε να πω για άλλη μία φορά στον εαυτό μου: «δεν θα βγεις το Σαββατοκύριακο από το σπίτι, κάτσε στη μοναξιά σου, να ηρεμήσεις». Φυσικά, για άλλη μία φορά, ΔΕΝ το έκανα!!!

Το Σάββατο ήταν γεμάτο με μαγείρεμα και συγγενείς – και πόσο μου αρέσει αυτή η οικογενειακή μας συνήθεια να τρώμε ψαράκια και να πίνουμε ουζάκια κάθε Σάββατο!
Το απόγευμα με περίμενε μία μικρή «μεγάλη» έκπληξη : ο κολλητός μου είχε έρθει με άδεια! Κανονίζουμε αμέσως καφέ και μου κάνει την χάρη να έρθει στο σπίτι μου, αφού είχα αποφασίσει πως δεν θα βγω καθόλου! Ναι, καλά! Κατά τις 23:30 ετοιμάστηκα και πήγαμε… «για ένα ποτό μόνο, ε!»

Η διάθεση μου με κράτησε μακριά από το αγαπημένο μου Bliss (Ερμού 51) και την τρελή κοριτσοπαρέα που ήξερα ότι θα ήταν μαζεμένη εκεί και κατόπιν συνεννόησης του κολλητού και ενός καλού μας φίλου, πήγαμε στο Mr. Jones!

Mr. Jones, λοιπόν, κάπου «πίσω» από τα αρχαία της πλατείας Ναβαρίνου. Εκεί μας περίμεναν ένας κολλητός (hey, Stan… αναρωτιέμαι, άραγε το διαβάζεις αυτό?) και ένας πολύ καλός φίλος και dj του μαγαζιού (Lupus, Lupus, είσαι εδώ?). Στην παρέα ήταν και άλλος ένας φίλος (γαμώτο, γιατί ξεχνάω συνέχεια το nickname του?) και δύο κοπέλες - είπαμε, «νηστεία», αποχή, όπως θέλεις πες το, αλλά εγώ δεν ασχολούμαι παραπάνω! Τουλάχιστον όχι, για λίγο καιρό! Anyway…

Η βραδιά κύλησε όμορφα, με καλές μουσικές επιλογές από τον dj Superman a.k.a. Lupus, κουβεντούλες και γέλια! Πάρτε γεύση :

Dr Pako: «Λοιπόν, ο barman εδώ και ώρα σε κοιτάζει! Πες του κάτι του παιδιού, δώσε του ένα «σημάδι», κάνε ένα κομπλιμέντο! Να, τώρα που θα παραγγείλεις… φώναξε τον!»
Κοπέλα 1 : «Πώς? Κούκλε? Όμορφε? Γλυκέ μου? Μανάρι?»
Κοπέλα 2 : «Καρντάση?»
Dr Pako: «Καρντάση? Αυτό είναι κομπλιμέντο? Χαχα!»



(Η φωτογραφία δείχνει καθαρά έναν από τους λόγους που γελούσαμε εκείνο το βράδυ… ο κολλητός μου Ziggy με δανεικά γυαλιά, ο Stan κοροϊδεύει, ενώ εγώ μουντζώνω! Η φωτογραφία «τραβήχτηκε» και επεξεργάστηκε από τον dj Lupus!)






Η ώρα πέρασε και η αλλαγή του μαγαζιού ήταν «υποχρεωτική»… ε, δεν πιέστηκα κιόλας για να συμφωνήσω (ενώ κατά τ’άλλα βγήκα για ένα ποτό, μόνο!).
Η βόλτα από το ένα μαγαζί στο άλλο είναι κάτι που λατρεύω, μιας και ο καθαρός αέρας μου κάνει πάντα καλό και μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου και να φτιάχνω στο μυαλό μου ιστοριούλες, όπως:
«αυτό το ζευγάρι μαλώνει, άρα μέσα στο μυαλό της έχουν χωρίσει, ενώ στο δικό του όχι… ο κυριλέ τυπάκος έχει πιεί λίγο παραπάνω από όσο αντέχει, άρα θα τρακάρει πηγαίνοντας σπίτι… η κοπέλα με τα κόκκινα «ψάχνεται», αλλά αν δεν βγάλει το ύφος της απελπισίας και της α**μίας από το πρόσωπό της, δεν θα αλλάξει η τύχη της… αυτό το ζευγάρι μόλις ανακάλυψε τον έρωτά του και το χαίρομαι… το παλικάρι με το άσπρο μπουφάν γελάει με την ψυχή του, σαν να κέρδισε το λαχείο...λες?…» …


Η κατάσταση στο δεύτερο μαγαζί ήταν απλά η συνέχεια… αρκετό γέλιο, λίγος χαζοχορός και… ε, κάναμε και λίγο «μπανιστήρι»…

Η τελευταία βόλτα ήταν κάπως παράξενη. Όχι ότι δεν μου άρεσε, αλλά όπως είπα σε ένα φίλο :
From all the drugs the one i like more is music
From all the ladies the one i kiss is music
Music is my girlfriend …


Με αυτά και με αυτά, το βράδυ έκλεισε όμορφα και μου άφησε μια τόσο ευχάριστη και χαρούμενη διάθεση, που ακόμα και σήμερα (αν και η Τρίτη τελείωσε) είχα ένα χαμόγελο στα χείλη και μια αισιοδοξία στην καρδιά! Νομίζω πως σύντομα θα επαναληφθεί αυτή η βραδιά και ότι από εδώ και πέρα, όλα τα βράδια μας θα είναι έτσι!
Ελπίζω να περάσατε κι εσείς το ίδιο καλά!!! See you soon!!!

Υ.Γ.: Αυτό το τραγουδάκι είναι αφιερωμένο στον dj Superman a.k.a. Lupus, γιατί ξέρω πως του (σου) αρέσει και τον βάζει σε ρυθμό!!!

Κυριακή 13 Απριλίου 2008

Δύο μηνών... πολίτης!!!

Όπως και τόσοι άλλοι πριν (ή/και μετά) από εμένα, έτσι κι εγώ πέρυσι, χαιρέτησα τους δικούς μου με ένα τραγουδάκι και πήγα να υπηρετήσω τη πατρίδα. Ακριβώς 14 μήνες πριν από σήμερα, στις 13 Φεβρουαρίου 2007 παρουσιάστηκα στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Υγειονομικού, στην Άρτα!

Τη στιγμή που περνούσα τη πύλη του στρατοπέδου, ένιωθα πως θα περάσω μια «εύκολη» θητεία και τραγουδούσα αυτό (χα, κοίτα σύμπτωση… και τώρα αυτό τραγουδάω, για άλλους λόγους και ΑΛΛΕΣ αιτίες).

Τις πρώτες μέρες ήμουν κάπως έτσι, ρέμπελος, (όπως είχα γράψει τότε) και καλοπερνούσα. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι πήγα στο στρατό και όχι… στη κατασκήνωση!!!







Τα πράγματα δυσκόλεψαν λίγο (ελάχιστα, θα έλεγα) όσο προχωρούσε η εκπαίδευση και οι ανώτεροί μας ( ή οι ανεγκέφαλοι, ίσως να είναι και το ίδιο) μας μετέτρεπαν σιγά σιγά σε στρατιώτες, διδάσκοντας μας εμβατήρια και άλλα στρατιωτικά και πολεμικά θέματα.

Η πρώτη «μικρή» μετάθεση δεν άργησε να έρθει και αφού χαιρέτησα φίλους, φίλες, γνωστούς και γνωστές στην Άρτα, ήρθα στο 424 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Νομίζω πως δεν χρειάζεται να πω τίποτε παραπάνω για τον 1,5 μήνα που πέρασα εδώ, στη πόλη μου και στο σπίτι μου!

Η πρώτη «κανονική» μετάθεση με έστειλε στη Σκύδρα, ένα χωριό δίπλα στην Έδεσσα. Όλως τυχαίως, πρόπερσι «αποκτήσαμε» συγγενείς σε ένα διπλανό χωριό, οπότε… έφυγα από το σπίτι μου, για να πάω στο σπίτι «μου».

Η θητεία μου κυλούσε ομαλά και ενώ ήμουν έτσι κάποιες φορές,


έγινε κάτι καλό και πέρασα αυτή τη πόρτα…










και για τους επόμενους 4 μήνες ήμουν έτσι!









Όπως κάθε «κληρωτός οπλίτης» - στρατιώτης, έπρεπε να συμμετέχω σε πορείες, βολές, ασκήσεις, με αποτέλεσμα αρκετές φορές να «σκάω» και να θέλω να τα σπάσω όλα, αλλά τελικά να σκέφτομαι αυτό που αναφέρεται στην εισαγωγή του οδηγού γενικής χειρουργικής της Οξφόρδης : «μία εφημερία, όπως και κάθε δύσκολη κατάσταση της ζωής, αντιμετωπίζεται ευκολότερα, όταν κάποιος σκέφτεται το εξής : «κάποτε, θα τελειώσει»!. Με αυτή τη σκέψη, έφτιαξα τον δικό μου «στρατό» μέσα μου και αντιμετώπιζα κάθε δυσκολία… με γέλιο!!!

Ο καιρός περνούσε, η θητεία μου προχωρούσε, άλλοτε με γέλια και χαρές, άλλοτε με στενοχώρια, νεύρα και λύπη… αλλά, πάντα με ένα «δε πειράζει» στο τέλος! (και soundtrack από τον Republic Radio που άκουγα συνέχεια!!!)

Ο Οκτώβριος με βρήκε στο 412 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ξάνθης, μιας και εκεί με έστειλε η δεύτερη μετάθεση μου. Τι να πω για το τελευταίο τρίμηνο της θητείας μου? Ίσως να καταλάβετε τα πάντα από μια φράση που έλεγα συνέχεια, όσο πλησίαζε η μέρα της απόλυσης μου : «γίνεται να με κρατήσουν ακόμα λίγο στο στρατό, αν είναι να περνάω τόσο καλά?».

Κάπως έτσι, έφτασε η Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2008, όπου επέστρεψα στη Ξάνθη (μετά από μια μεγάλη άδεια απολύσεως) για να πάρω το «χαρτί». Απολύθηκα και τελείωσα άλλη μια υποχρέωση της ζωής μου. Αυτό ήταν!
Τώρα… ? Τι με περιμένει? Ότι και αν είναι, πλέον ξέρω πως «αργά ή γρήγορα, θα τελειώσει»! Και φυσικά, για κάθε άσχημη στιγμή και κατάσταση, ένα «δε πειράζει» είναι έτοιμο!!!

Υ.Γ. 1: Αν και πριν λίγες μέρες αποφάσισα να κόψω το «άθλημα» και για λίγο καιρό να μην ασχοληθώ καν με το «αντικείμενο», νομίζω πως πρέπει να κάνω μια εξαίρεση και να αναφερθώ στις γυναίκες που ομόρφυναν τη στρατιωτική μου ζωή :

-το πρώτο 1/3 της θητείας μου είχα τις «φίλες» μου (ε, ήμουν και στην έδρα μου… όλα ήταν εύκολα και βολικά) και τις ευχαριστώ πολύ!

-το δεύτερο 1/3 της θητείας μου, η μουσική με ένωσε με… μια dj! Οι κουβεντούλες μας περί μουσικής μου έχουν λείψει, τα γέλια μας με χαροποιούν ακόμα, ενώ το sex… αχ! Να είσαι καλά, όπου και αν είσαι, Dj Stone!

-το τρίτο 1/3 της θητείας μου, έγινε παιχνιδιάρικο όπως ένα νηπιαγωγείο, ζεστό αν και ήμουν σε κρύο μέρος, γελαστό αν και προβληματιζόμουν για τις υποχρεώσεις της «μετά στρατού» ζωής, και άλλα πολλά, χάρη σε μια γυναίκα : τη Τζέλλα! Αν και τώρα τελευταία το «λήξαμε» το θέμα και ίσως λίγο άσχημα, θα είναι πάντα ένα… κομματάκι Lacta, της δικής μου «σοκολατένιας» ζωής!

Υ.Γ. 2: Θέλοντας να αφήσω μια μικρή «κληρονομιά» σε όλους αυτούς που θα υπηρετήσουν τη «μαμά πατρίδα» κάποια μελλοντική στιγμή, σκέφτηκα να τους δώσω μια λίστα από κάποια πράγματα που λίγο ή πολύ είναι απαραίτητα για μια «εύκολη» θητεία. Καλή θητεία να έχετε και καλοί πολίτες όσοι τελειώνετε!!!

Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΛΙΣΤΑ ΤΟΥ Δρ ΠΑΚΟ

-1 υπνόσακος
-2 σεντόνια
-2 μαξιλαροθήκες
-Πολλά εσώρουχα
-Πολλά ζευγάρια χακί κάλτσες ( κατά προτίμηση «πετσετέ»)
-Αρκετά σκουρόχρωμα μπλουζάκια τύπου φανέλας
-Αρκετά σκουρόχρωμα μπλουζάκια τύπου T SHIRT
-1 πετσέτα σώματος (αρκεί να μην σιχαίνεστε να χρησιμοποιήσετε τις στρατιωτικές πετσέτες… αλλιώς, πάρτε περισσότερες)
-1 πετσέτα προσώπου
-1 πετσέτα χεριών
-1 πετσέτα για τα πόδια (ο στρατός παρέχει σε όλους τους στρατιώτες από 2 ή 3 πετσέτες κάθε χρήσης)
-1 ζευγάρι πιτζάμες (ή οτιδήποτε άλλο μπορείτε να φορέσετε για να κοιμηθείτε, πχ. φόρμες)
-1 ζευγάρι χακί ή μαύρα γάντια
-1 χακί κασκόλ
-1 χακί ή μαύρο σκούφο (αν έχετε σκούφο τύπου «full face» να τον προτιμήσετε)
-1 ζευγάρι ανατομικούς πάτους υποδημάτων
-6 λουκέτα (1 μακρόστενο, 1 μεγάλο, 2 μεσαία, 2 μικρά για τα φερμουάρ των αποσκευών σας)
-1 πολύπριζο ή τρίπριζο τύπου Τ (δεν επιτρέπεται, αλλά… )
-1 νυχοκόπτη ή ψαλιδάκι
-Σαμπουάν, σαπούνια, οδοντόκρεμες, ωτοκαθαριστές κτλ… ε, αυτά θα έπρεπε να τα ξέρετε!!!
-Λίγα ρολά χαρτί υγείας
-Μερικά πακέτα μωρομάντηλα ΧΩΡΙΣ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑ (θα με θυμηθείτε για αυτό το ΧΩΡΙΣ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑ!)
-1 σημειωματάριο τσέπης
-1 στυλό μπλε ή μαύρο
-1 φακό τσέπης (μικρό αλλά δυνατό)
-1 σφυρίχτρα
-Μερικές σακούλες
-Hansaplast, επιθέματα για κάλους, κρέμα χεριών, lisopaine, depon, panadol (extra κατά προτίμηση), ponstan, riopan, primperan, maalox, mesulid, algover: δεν θα τα «φάτε» ΟΛΑ εσείς… απλά, μη ξεχνάτε ότι μπορεί να τα χρειαστεί κάποιος άλλος στρατιώτης!
-Zovirax, mundisal, pyralvex, listerine: για προσωπική χρήση ΜΟΝΟ, καλύτερα
-1 θερμόμετρο

ΧΡΗΣΙΜΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ

2310 -893237 Διευθυντής Στρατολογίας
2310-893242 Στρατολόγος
2310-893238 Γραμματεία
2310-850060 Ενημέρωση - FAX

ΚΑΛΗ ΘΗΤΕΙΑ!!!

Πέμπτη 10 Απριλίου 2008

Χιούμορ

«ΧΑ-ΧΑ»

... ο νοών νοείτω!!!

Σίγουρα το πιο σύντομο και ίσως το πιο περιεκτικό και αληθινό κείμενο που έχω γράψει ποτέ, χωρίς εικόνες και τραγούδια!!!

Υ.Γ. : Μην απορήσετε αν χαθώ για λίγο, αλλά χρειάζομαι λίγο χρόνο ώστε να ηρεμήσει το πνεύμα μου από γνωστούς - άγνωστους – φίλους και «φίλους», κυρίως ανεγκέφαλους, ανορθόγραφους και δήθεν κουλτουριάρηδες, που καταφέρνουν σχεδόν κάθε μέρα να μου χαλάσουν τη διάθεση!
Να περνάτε καλά, να είσαστε καλύτερα και να γελάτε ΠΑΝΤΑ και ΜΕ ΟΛΑ!!!

Σκέφτομαι και… φωνάζω!!!

Χωρίς λόγο, χωρίς αιτία. Απλά, φωνάζω. Και έχω και νεύρα. Και τσατίζομαι (ναι, Σελήνη, τσαΤίζομαι το ρήμα, τσαΝΤίλα το ουσιαστικό).

Εδώ και λίγες μέρες προσπαθώ να ξυπνήσω νωρίς, να διαβάσω, να πάω γυμναστήριο, να κάνω κάτι τέλος πάντων. Και αν και όταν τα κάνω όλα αυτά, να πάω στο μαγαζί και να δουλέψω. Ως σουβλατζής, ψητοπώλης, πακετάς, ένα παιδί για όλες τις δουλειές, ένα (sexy) delivery boy, βρε αδερφέ. Με όρεξη. Θα ήθελα, αλλά… πού να βρεθεί η όρεξη…
Α, ναι, να περάσω να πάρω και την Athens Voice πριν πάω στη δουλειά, γιατί… κάτι μου λέει πως πρέπει να την διαβάσω αυτή τη βδομάδα! ;)

Ξυπνάω αργά και εκεί που είμαι ήρεμος, φωνάζω. Τα βάζω με τον εαυτό μου! Κάνω καφέ και υπολογισμούς :
«έχω τόσες μέρες να διαβάσω, τόσες ερωτήσεις, τόσες πρέπει να “βγάζω” κάθε μέρα, άρα… ας ανοίξω το pc και ας πιω τον καφέ μου… και από αύριο θα κάνω κοιλιακούς κάθε βράδυ… το καλοκαίρι θα έχω πτυχίο στο χέρι και “τετραγωνάκια” στην κοιλιά»… Ε, με αυτά που σκέφτομαι, είναι να μην φωνάζω?



Ανοίγω το πι – σι. Myspace- blog- facebook. Αντίστοιχα : comments και mails- κι άλλα comments- applications και comments σε fun walls.

Myspace comments: «Μη μου πεις ότι ξύπνησες τώρα! Υπναρά! Κι εγώ έχω βγάλει τη μισή και παραπάνω δουλειά της ημέρας! Τι κάνεις? Φιλάκια από…». Στέλνω comment απάντηση και φιλάκια, έρχεται στο καπάκι το mail: «μη, καλέ, μας βλέπει ο δικός μου»… και δώσ’του comments και mail και περνάει η ώρα! Και κάθε μισή ώρα που πέφτει το μάτι μου στο ρολόι, σκέφτομαι «σήκω, τώρα»! Αλλά δεν σηκώνομαι… και φωνάζω!

Blog comments: Αυτά τα ξέρετε… «τα φιλιά μου, φωναχτά» θα έλεγα σε ένα σχόλιο σε αυτό το κείμενο!

Facebook applications: Πρέπει να έχω κάπου στις 940 και με τρώει η περιέργεια: τι θα γίνει μετά το 1000? Θα μηδενιστεί? Αν έχετε τη καλοσύνη, «βομβαρδίστε» με! Αλλά μη περιμένετε να σας απαντήσω ή να δεχτώ application τύπου
«μάθε ποια είναι η στάση που σου ταιριάζει, με ποια γυναίκα, τι δουλειά θα έπρεπε να κάνεις, τι δουλειά θα έπρεπε να κάνει η ερωμένη σου και τι δουλειά και στάση θα έπρεπε να κάνετε αν… είχατε φάει φακές!»
Μη γελάς, είμαι σίγουρος πως κάποιος θα προωθήσει και τέτοιο application! Κι εγώ συνεχίζω να φωνάζω!

Facebook comments: «Ο Κλάϊν Μάϊν άγνωστος facebook φίλος σου, έγραψε κάτι στο fun wall σου. Πάτα εδώ και…». Όχι, αν πατήσεις το κουμπί δεν θα βγει μια χοντρή, όπως έλεγε κάποτε το “αστείο” σλόγκαν. Όχι πάντα, έστω (ποτέ δεν ξέρεις…). Πατάω το λινκ και σκέφτομαι : «Fun wall? Τί fun wall? Για ποιόν είναι fun wall? Για εμένα το μόνο που κάνει είναι… να μου δίνει λόγο να φωνάξω»!

Με αυτά και με αυτά (πολύ ΜΕ αρέσει αυτή η έκφραση, αλλά μήπως είναι «με αυτά και με εκείνα» η σωστή?) έρχεται το μεσημεράκι – απογευματάκι , κάνω μια «φωναχτή» σβούρα στη στριφογυριστή μου καρέκλα, ετοιμάζομαι και παίρνω το δρόμο για τη δουλειά. Κι όταν φτάνω εκεί, φωνάζω πάλι! Χωρίς λόγο… ή μήπως με λάθος λόγο? Ποιός ξέρει άραγε, τι κρύβεται σε αυτό το μυαλουδάκι, πίσω από τα καφέ μου μάτια…? Όποιος ξέρει, να το πει! Εγώ πάντως όχι… ίσως κάποιος/α που μπορεί να διαβάσει την σκέψη (μου)! Ως τότε, θα σκέφτομαι και θα φωνάζω!!!

Note to self: «Πού το έχεις το μυαλό σου, ρε? Διάβασμα και γυμναστήριο, από αύριο κιόλας!!!»

Τρίτη 8 Απριλίου 2008

Ήρθες και «έφυγες»

Εναλλακτικός τίτλος «Ψέματα λέω… μέσα μου κλαίω!»

Σε κάποιο κείμενό μου σχετικά πρόσφατα, είχα κάνει μία αναφορά σε μία κοπέλα, από τη Κομοτηνή. Ας την πούμε Τζέλλα, όπως αυτοαποκαλέστηκε στο σχόλιο που άφησε εκεί.

Το κείμενο τότε μιλούσε με τον δικό του ( ή/και δικό μου) τρόπο για τα αισθήματά μου προς την Τζέλλα. Έστω και αν δεν ήταν εξ’ ολοκλήρου αληθινό...

Το κείμενο σήμερα, δυστυχώς, δεν έχει την ίδια αγαπησιάρικη χροιά. Δεν μιλάει για τα ζεστά αισθήματα που είχα τότε, αλλά περιγράφει το πόσο ψυχρά είναι τώρα.
Το σημερινό κείμενο δυστυχώς, έρχεται να με διαψεύσει, να γκρεμίσει τα έστω και λίγα όνειρα που είχα κάνει κάποτε για εμάς (ε, λίγα έκανα, μην υπερβάλουμε κιόλας) .

Βλέπεις, Τζέλλα μου, έκανες δύο απλά πραγματάκια που σιχαίνομαι. Το πρώτο είναι να με προσβάλλεις. Επανειλημμένα. Συνεχόμενα. Να υπονοείς πως είμαι ο υπέρτατος βλάκας, ο ανεγκέφαλος που λίγες ώρες αφού σου έδωσε την ηλεκτρονική του διεύθυνση, τη διεύθυνση για αυτό εδώ το ιστολόγιο, θα πήγαινε και θα έγραφε ότι έχει δύο γυναίκες στη ζωή του και ότι βρίσκεται σε ένα δύσκολο δίλημμα. Σαν να σου λέω ότι σε «κερατώνω» μπροστά στα μάτια σου!

Βλέπεις, Τζέλλα μου, δε φταίω εγώ αν εσύ είσαι newbie–άκι που λέει και ο κολλητός μου. Δηλαδή, δε φταίω εγώ αν εσύ είσαι «νέα στο διαδίκτυο» και έμαθες μόλις πριν δύο μήνες να πιάνεις το mouse και το πληκτρολόγιο και να surfάρεις (πάλι καλά, γιατί άλλα πράγματα… δε ξέρεις να τα πιάνεις, ούτε να τα κάνεις). Αυτή η άγνοια ή η ημιμάθεια σου σε έκανε να πέσεις σε μια παγίδα, που η ίδια έστησες στον εαυτό σου.

Το ιστολόγιο, μανάρι μου, είναι ένας διαδικτυακός χώρος, όπου άλλοι γράφουν το ημερολόγιό τους, άλλοι γράφουν φανταστικές ιστορίες, άλλοι γράφουν για τέχνη ή γράφουν τέχνη, άλλοι γράφουν για την πολιτική και κάνουν το δικό τους αγώνα και άλλοι και άλλοι και άλλοι και άλλοι…

Το ιστολόγιο, μανάρι μου, για εμένα είναι… ένας παιδότοπος! Ναι, είναι ένα διαδικτυακό ημερολόγιο και με αυτό το σκοπό έγινε ( γι’αυτό στις αρχές ήταν γραμμένο μόνο στα αγγλικά), αλλά δεν παύει να είναι και ένας χώρος όπου μπορώ να γράψω ό,τι μου κατέβει, ό,τι θέλω και ό,τι φαντάζομαι, απλά και μόνο… επειδή έτσι γουστάρω! Δε τηρώ κανένα κανόνα (ή τουλάχιστον έτσι νομίζω) και δεν έθεσα κανέναν άλλο παρά μόνο αυτόν : σε όποιον δεν αρέσει το ιστολόγιο μου, ας την «κάνει» ήσυχα!

Εδώ, ήρθες να με ξαναπροσβάλεις και να μου πεις πως πέφτω ακόμα πιο χαμηλά στα μάτια σου, απλά και μόνο επειδή λέω ψέματα στους φίλους μου και τους «καταναλώνω», βάζοντας τους σε σκέψεις και αφήνοντας τους να με βοηθήσουν και να με συμβουλέψουν (ίσως ακόμα και σε κάποιο φανταστικό θέμα).
Καλή μου, ο καθένας είναι ελεύθερος να (μου) μιλήσει ή όχι, να (με) πιστέψει ή όχι, να (με) συμβουλεύσει και να (με) βοηθήσει ή όχι. Άσε που οι πραγματικοί μου φίλοι ξέρουν πως αρκετές φορές αυτά που γράφω δεν είναι η αλήθεια ή όλη η αλήθεια ή μόνο η αλήθεια… Και συνήθως, κρύβω την αλήθεια μέσα σε «ιστοριούλες»!

Εδώ, ήρθες να κάνεις το δεύτερο λάθος σου, κάτι άλλο που σιχαίνομαι απίστευτα : δε μου έδωσες μία ευκαιρία! Δε πιστεύω στις «δεύτερες» ευκαιρίες των σχέσεων. Όχι! Αν ράγισε (ή ακόμα χειρότερα, αν έσπασε) το γυαλί, τότε δεν ξανακολλάει με τίποτα! Σε αυτό, συμφωνώ! Τώρα πια, το λέω αυτό και το κάνω και πράξη! Παλιότερα, πονούσα δίνοντας ή/και παίρνοντας άπειρες ευκαιρίες!
Εσύ όμως, δεν μου έδωσες μία ευκαιρία να σου μιλήσω, να σου εξηγήσω. Μερικές αναπάντητες κλήσεις στο κινητό σου, φαντάζομαι πως σου έδωσαν να καταλάβεις πως ήθελα να σου μιλήσω, να σου τα πω ακόμα και αν είχα λάβει το μήνυμα σου : «...να περνάς καλά...».

Η ευκαιρία αυτή, το απλό ανθρώπινο δικαίωμα του λόγου, είναι κάτι που το θεωρώ αναφαίρετο! Άσε τον άλλο να μιλήσει, ακόμα και αν έχεις πάρει τις αποφάσεις σου, ακόμα και αν στο τέλος του πεις «διαφωνώ και επιμένω στην απόφαση μου». Δώσε το δικαίωμα στον άλλο να φύγει «κύριος»… προφανώς δεν είσαι ΚΚΚυρία (όπως έλεγε η καλή σου φίλη) για να το καταλάβεις.

Η ευκαιρία αυτή, είναι κάτι που ήθελα να μου δώσεις (και ίσως και να ΣΟΥ δώσω) και γι’αυτό δεν είχα κανονίσει τίποτα για όλο το Σαββατοκύριακο! Μάλιστα, είχα πει και σε κάποιους γνωστούς μου, ότι έχω ανάγκη από ξεκούραση και ηρεμία, και γι’αυτό θα καθίσω στο σπίτι! (όχι σε φίλους, αλλά σε γνωστούς είπα ψέματα!)

Μετά από δύο μέρες στην απομόνωση, κάνοντας ταβανοθεραπεία, ακούγοντας μουσικές και μιλώντας με διαδικτυακές «φίλες», μπορώ να σου πω ότι… έπαιξες και έχασες! Νομίζω πως με ξέρεις τόσο, ώστε να ξέρεις πως μ’αρέσει να κυνηγάω. Όπως είπα σε μία από τις «φίλες» όμως, δεν μ’αρέσει να σέρνομαι! Και αν συνεχίσω να ελπίζω και να ασχολούμαι μαζί σου, αυτό ακριβώς θα κάνω : θα σέρνομαι!

Όπως είπα σε μία από αυτές, τις διαδικτυακές φίλες, «είμαι κατά της ηττοπάθειας… των άλλων!». Ας είναι καλά η κοπέλα, που μου άνοιξε τα μάτια και πλέον μπορώ να δω ότι κι εμένα τον ίδιο, με χαρακτηρίζει μια ηττοπάθεια... στις σχέσεις μου! Γι’αυτό και τώρα λέω τέλος και σε αυτό το «ταξίδι»! Δεν έχω άλλο «ναι» να σου πω, δεν έχω άλλη γλύκα να σου δώσω, δεν έχω άλλα τραγούδια να σου χαρίσω! Πώς να είχα άλλωστε, αφού όπως είπες
«εσύ μπορεί να με θυμάσαι από αυτό, ενώ εγώ σε θυμάμαι από αυτό.»
Τότε χάρηκα… τώρα απορώ αν ήταν το νόημα του τραγουδιού που σε έκανε να με θυμάσαι και όχι ο ρυθμός του!


Όπως είπα σε μία από αυτές, τις διαδικτυακές φίλες, ίσως να μην έχεις αγαπήσει ή έστω να μην έχεις ερωτευθεί παράφορα ποτέ! Ειλικρινά, σου το εύχομαι ολόψυχα! Εγώ «ξέρω» ότι θα το ξανακάνω, αργά ή γρήγορα, έστω και αν η «επόμενη» δεν είναι super model και ας «χάνει πάντα σε σύγκριση με εσένα»… ψωνάκι!!!

Ήρθε η ώρα να σου πω «αντίο» και να σε βάλω στο «συρτάρι» μαζί με τις άλλες… για να πάψεις να υπάρχεις στο μυαλό μου, ούτε σαν δίλημμα, ούτε σαν σκέψη (όπως είχες πει τότε). Βλέπεις, είσαι κι εσύ άλλο ένα «τραγουδάκι»… απλά!!!

Για να βάλω κι εσένα σε ένα δίλημμα τώρα : είναι αληθινό αυτό το κείμενο ή όχι? «Εδώ» σε θέλω… και εδώ! Φιλιά στην Κιουμουρτζίνα!!!

Υ.Γ.: Πρόσεξες ότι επαναλαμβάνω (λίγο) την αρχή κάθε παραγράφου, δύο φορές…? Όλο το κείμενο είναι… ένα «δίλημμα»! ;)

Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

Μία βδομάδα μετά – Απολογισμός

Συνήθως δεν ασχολούμαι τόσο με ένα ταξίδι , ούτε το σκέφτομαι ή/και το αναλύω τόσο, αφού τελειώσει. Αυτή τη φορά όμως, κάτι με έπιασε, κάτι έγινε, και νιώθω πως χρειάζομαι αυτόν τον απολογισμό.

Αν υπάρχει κάτι που δεν συνηθίζω να κάνω (τουλάχιστον όχι συνειδητά) είναι οι λίστες τύπου «υπέρ – κατά», «θετικά - αρνητικά», «έχασα – κέρδισα». Χμμμ, αυτό το τελευταίο σαν να μου άρεσε κάπως, οπότε…

«Έχασα» : κυρίως τα γυαλιά μου.
Τα υπόλοιπα, όπως : χρόνο από τη ζωή μου (ελάχιστο, κυρίως σε μετακινήσεις), λεφτά (ε, δεν πήγαν και τελείως χαμένα… τα ήπια!), μια «φίλη» (που αφού «χάθηκε», πάει να πει πως ποτέ δεν ήταν φίλη), τη καλή διάθεση και τα νεύρα μου (για κάποιες, λίγες ώρες), την ευκαιρία να βρεθώ και με τα άλλα ξαδέλφια μου (αν και ψιλοβαριέμαι αυτές τις οικογενειακές υποχρεώσεις), δεν είναι και τόσο σημαντικά, ούτε είναι χαμένα «για πάντα».

«Κέρδισα» : γνώσεις και εμπειρίες. Ακόμα και από την απώλεια των γυαλιών μου, κάτι βγήκε («γηράσκω αεί διδασκόμενος» και «το πάθημα να (μου) γίνει μάθημα»). Άσε που το «χωριατάκι», μέχρι πριν δύο βδομάδες δεν ήξερα πώς να μετακινηθώ στην Αθήνα. Α, άκουσα και καλές μουσικές αλλά και άσχετες όπως αυτό (Θεέ μου!). Ακόμα και αυτό όμως, δεν λέει κάτι.

Αυτό που στην ουσία «κέρδισα» ήταν οι φίλοι και οι φίλες.
Κάποιους ανθρώπους που τους ήξερα από παλιά και είχα καιρό να δω και κάποιους άλλους που πρόεκυψαν διαδικτυακά. Όλοι τους (σας) και ο καθένας με τον τρόπο του, με πλησίασαν, μου μίλησαν για την Αθήνα, μου έδωσαν τα φώτα τους. Τέτοια «φώτα» που πλέον δεν αποκλείω το γεγονός να γίνουμε κάποτε συμπολίτες!



Από την Κυριακή που επέστρεψα, δεν έκανα τίποτα ουσιώδες, παρά να κοιμάμαι αργά, να ξυπνάω αργά και να δουλεύω όπως πάντα, τα απογεύματα. Ίσως με διαφορετικό «αέρα», ίσως με αναμνήσεις που μου χάριζαν ένα αυθόρμητο χαμογελάκι που και που (σαν παιδί πάνω σε κούνια), ίσως με τη σκέψη πως... θα ξανακάνω αυτό το ταξίδι σύντομα!!!

Το Σαββατοκύριακό μου, δυστυχώς, δεν ήταν τόσο χαμογελαστό και ευχάριστο. Ένα αναπάντεχο γεγονός το βράδυ της Παρασκευής, με στενοχώρησε τόσο πολύ, που κλείστηκα στο σπίτι μου και δεν είχα όρεξη για φίλους και κουβεντούλες. (Κάποιοι ίσως να το νιώσατε και να το καταλάβατε, κάποιοι άλλοι ίσως να μην είχαν αυτήν την «χαρά»… :P). Κακώς, πολύ κακώς που απομονώθηκα, γιατί αυτό σημαίνει πως έχασα τους Ziveli Orkestar την Παρασκευή και τον Dj Shantel χθες (Σάββατο).

Σήμερα το πρωί προσπάθησα να φτιάξω τη διάθεσή μου, μαγειρεύοντας ( μοσχαράκι κλέφτικο σε πήλινη γάστρα), αν και με είχε «ψιλοφτιάξει» χθες βράδυ μία… ας πούμε «φίλη», προς το παρόν. Αν και η αλήθεια είναι πως μια άλλη φίλη, που μου κράτησε πολλές ώρες συντροφιά στο msn, είναι πραγματικός άγγελος! Και πόσο δίκαιο έχεις, όταν φωνάζεις «τέλος στην ηττοπάθεια, λέμε!». Και πόσο άδικο έχω, όταν λέω πως «θα με πεθάνει η στενοχώρια, η καλή μου καρδιά και η μαλ**ια που με δέρνει»…

Όπως και να’χει, από αύριο αρχίζει καινούρια βδομάδα, ελπίζω καλή για όλους. Και ό,τι χάσαμε, χάσαμε… και ό,τι κερδίσαμε, κερδίσαμε. Αυτά για τώρα. Πάω να τελειώσω την κυριακάτικη εφημερίδα μου, πριν κοιμηθώ… ελπίζω νωρίς!!!

Κυριακή 30 Μαρτίου 2008

Επιστρέφοντας

«Σιχαίνομαι να ταξιδεύω Σάββατο, το ξέρεις?»


Το τραίνο είναι μισογεμάτο (και φυσικά κάποιος μπορεί να το πει μισοάδειο), φοράω τα ακουστικά μου και ακούω ταξιδιάρικες μουσικές. Στρογγυλοκάθομαι δίπλα σε μια «ωραία κοιμωμένη» και παίρνω στα χέρια μου την ατζέντα μου. Ξεκινάμε... άλλο ένα ταξίδι με τραίνο... το ταξίδι της επιστροφής... που θα με πάει σπίτι μου...





Ταξιδεύω και γράφω, blogάρω, με τον παλιό, κλασσικό τρόπο : χαρτί και μολύβι (στυλό, έστω). Μετά από αυτό το ταξίδι και τις πολύωρες συζητήσεις περί blogging, άλλαξε λίγο η άποψή μου για τα ιστολόγια, τα υποτιθέμενα σύγχρονα ημερολόγια…

Θήβα. Ακούω αυτό. Παράξενο. Κάποτε στη Θήβα μια πρώην surrounded me with her... unfaithfulness (κοινώς, με κεράτωσε)!!!


Συνεχίζουμε το ταξίδι, αλλάζω θέση (για να απλωθεί και η υπναρού) και σκέφτομαι κάτι που είπα χθες σε μια πολύ καλή φίλη : «ίσως να μη μου έλειψε τόσο η Θεσσαλονίκη, όσο με κούρασε η Αθήνα». Χμμμ…



Αρκετά για τώρα, όμως. Η λάμπα του βαγονιού τρεμοπαίζει, σημάδι πως πρέπει να σταματήσω να γράφω. Ένας λόγος παραπάνω είναι ότι ακούω αυτό (thanks, archive) και σκέφτομαι πως ανυπομονώ να έρθει το επόμενο ταξίδι μου, στο δικό μου Nis-ί (Σερβία).

Ας κάνω τον απολογισμό μου τώρα…





(και επειδή δεν με έπιανε ύπνος, τράβηξα φωτογραφίες από συνεπιβάτες που κοιμόντουσαν παράξενα… και μάλλον έβλεπαν ταξιδιάρικα όνειρα!!!)