Πέμπτη, 29 Μαΐου 2008

«Ο γιος του...

… γιατρού, γιατρός! Ο γιός του σουβλατζή, σουβλατζής!!!»

Τάδε έφη ένας αναπληρωτής καθηγητής ανατομίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και γυναικολόγος της μάνας μου για τριάντα χρόνια, όταν ο πατέρας μου του ανακοίνωσε : «ο γιός μου θα πάει στη Σερβία γιατί ΘΕΛΕΙ να σπουδάσει Ιατρική», δέκα χρόνια πριν από σήμερα.

Ήταν τα χέρια του εν λόγω καθηγητή που με οδήγησαν έξω από την κοιλιά της μάνας μου και με έφεραν στο πρώτο φως της ζωής. Και ήταν αυτά τα λόγια του ίδιου καθηγητή που με πίκρα χαράχθηκαν βαθιά μέσα μου… όπως και στον πατέρα μου!

Τα χρόνια περνούσαν και κάπου κάπου θυμόμασταν τα λόγια αυτά. Άλλοτε με χαρά και περίσσεια περηφάνια που ίσως και να ξεχείλιζε από μέσα μας, όταν περνούσα κάποιο δύσκολο μάθημα. Άλλοτε πάλι, με απορία, όταν η μία αποτυχία διαδεχόταν την άλλη : « Βρε, λες να έχει δίκαιο ο καθηγητής?».

Κάποια στιγμή, η απορία σχεδόν χάθηκε από τα μυαλά μας, μιας και κατάφερα να πάρω το πτυχίο μου. Ήταν η στιγμή εκείνη που ένας Σέρβος καθηγητής βροντοφώναξε : « Συγχαρητήρια, κύριε συνάδελφε!». Ήταν η στιγμή που μία χώρα με όρκιζε, με έχρηζε γιατρό… σε αντίθεση με την δική μου χώρα, την πατρίδα μου!!!

Στη Σερβία βλέπεις, ο γιατρός είναι άξιος σεβασμού, έχει το κύρος που αρμόζει στο λειτούργημά του και δέχεται συχνά πυκνά τα συγχαρητήρια του κόσμου. Όχι ότι εκεί δεν γίνονται λάθη. Όχι ότι εκεί δεν υπάρχει «βρωμιά». Απλά, οι αναλογίες είναι αντιστρόφως ανάλογες από ό,τι στην Ελλάδα! Εκεί, οι «καλοί» γιατροί, υπερισχύουν των «κακών». Εκεί, τα λαμόγια δεν έχουν πιάσει τις «καλύτερες θέσεις» των δημόσιων ή/και ιδιωτικών νοσοκομείων. Εκεί, υπάρχει κάτι, που στην Ελλάδα το βρίσκεις μόνο σε νεοελληνικό λεξικό, ως έννοια : η αξιοκρατία!!!

Η επιστροφή μου στην Ελλάδα σήμαινε πως με περιμένει η διαδικασία αναγνώρισης του πτυχίου μου, μιας και η γενέτειρα χώρα του Ιπποκράτη θεωρεί πως τα πτυχία των χωρών που δεν είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής ένωσης, είναι κατώτερα. Τί κι αν σπούδασα σε μία μεταπολεμική χώρα, σε ξενόγλωσσο πανεπιστήμιο και όμως αποφοίτησα σε 7 χρόνια? Οι Έλληνες φοιτητές που σπουδάζουν στη χώρα μας, σε πανεπιστήμια όπου παρακολουθούν μαθήματα στη μητρική τους γλώσσα και αποφοιτούν σε δέκα χρόνια, είναι σαφώς καλύτεροι! (Αχ, Θεούλη μου, δώσε μου έστω για μία ημέρα την ευκαιρία να είμαι ένα «σκαλί» πιο πάνω από τους ομογενείς συναδέλφους γιατρούς, απόφοιτους του εσωτερικού… Άραγε, είναι κακεντρεχής αυτή η επιθυμία μου…?)

Αυτή η διαδικασία αναγνώρισης του πτυχίου μου, οι «βρώμικες» εξετάσεις που σχεδόν κάθε έξι μήνες προσπαθώ να (ξε)περάσω, έφεραν πάλι στο μυαλό μου τα λόγια εκείνα και γέννησαν πάλι την ίδια απορία. Μόνο που τώρα η απάντηση ίσως και να πλησιάζει περισσότερο στην ταπεινωτική (για εμένα) κατάφαση, παρά στην αγανακτισμένη και «δικαιωμένη» άρνηση.

ΝΑΙ, ίσως τελικά να έχει δίκαιο ο καθηγητής. Ίσως ο γιός του σουβλατζή να ξέρει πιο πολλά και πιο καλά τα «μυστικά» της δουλειάς. Ίσως οι συνταγές να περνάνε πιο εύκολα από πατέρα σε γιό και όχι απλά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Είτε είναι συνταγές για ένα καλό πιάτο, είτε είναι συνταγές για μία καλή θεραπεία. Σίγουρα πάντως, ο γιος του γιατρού θα βρει πιο πολλές πόρτες ανοιχτές, από ό,τι ο γιος του σουβλατζή.

Δεν πειράζει. Ο γιος του σουβλατζή έχει μάθει τόσα χρόνια να περιμένει. Να χτυπάει ελαφρά το κουδούνι, ως πακετάς, ως delivery boy, να χτυπάει την πόρτα και να περιμένει. Και όταν η πόρτα ανοίγει, να είναι εκεί, με περήφανα ορθωμένο ανάστημα, γιατί ξέρει ότι είναι «καθαρός», δυνατός και… άξιος!!!

Στην Ελλάδα του σήμερα όμως… μήπως να τα παρατούσα? Μήπως να πήγαινα σε κάποια άλλη χώρα? Μήπως να έπαιρνα τα «νυστεράκια» μου και σε άλλο «χειρουργείο»? Μήπως να επέλεγα κάποιον άλλο δρόμο? Ίσως αυτόν, της μουσικής, που από πάντα θαύμαζα! Χα… χα… ο δρόμος της μουσικής, που πρόσφατα μου υπέδειξε μία φίλη… και μου έφτιαξε τη μέρα!!!

Λες τελικά να είναι τα λόγια του καθηγητή που θα με οδηγήσουν στο απόλυτο φως της ζωής μου… ή στο σκοτάδι μου? Βρε, λες να έχει δίκαιο... ?

Υ.Γ. : Φαντάζομαι πως καταλάβατε ότι είμαι στα down μου… ελπίζω η διάθεσή σας να φτιάξει όπως και η δική μου, ακούγοντας τα έντεκα τραγούδια που «έβαλα» σε αυτό το κείμενο! Enjoy!!!

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

Getting Away With It - James

Εδώ και μέρες σκεφτόμουν να γράψω κάτι για την Eurovision 2008, αλλά ακούγοντας απόψεις τύπου "αυτή δεν είναι Eurovision, είναι Euro-Βύζιον" και δηλώσεις όπως "η Eurovision ξεκίνησε το '56 με σκοπό την παραγωγή πρωτότυπων τραγουδιών υψηλής ποιότητας, αλλά κατέληξε σήμερα ένα υπερθέαμα εύπεπτης ισοπεδωτικής μουσικής ευρείας κατανάλωσης", και αφού είδα λίγο από τους ημιτελικούς, έχω να πω ότι λείπει τόσο το μουσικό επίπεδο, όσο και... το ύφασμα!

Ακριβώς όπως είπε και ένας "σοφός" πελάτης στο Grill, "αυτά θέλει ο κόσμος πια... βυζάκια και μπουτάκια... κλείσε τον ήχο και απόλαυσε το show"!!! Γi'αυτό και αποφάσισα να μην πω τίποτε παραπάνω, πέρα από την ευχή μου για καλή επιτυχία σε όλες τις χώρες! Μακάρι το καλύτερο ΜΟΥΣΙΚΟ τραγούδι να κερδίσει (και μην ακούσω τίποτα βλακείες ότι δεν είμαι πατριώτης ή ότι δεν πρέπει κάποιος να ψηφίσει τα φαβορί... it's all about music, people... or at least it's supposed to be!!!)

Η διάθεσή μου τις τελευταίες μέρες είναι λίγο "θέλω να φύγω, να αποδράσω, να εξαφανιστώ και the hell with them", ήρθε και η Eurovision να κάνει κάτι στα αυτιά μου, οπότε... σκέφτηκα να μοιραστώ μαζί σας το αγαπημένο μου τραγούδι απο James... Enjoy και καλό Σαββατοκύριακο!

(Αφιερωμένο σε όλους και ειδικά στη φίλη μου, Όναρ... thank you για όλα!!!)




P.S. : Μακάρι να μπορούσατε να καταλάβετε τους στίχους του τραγουδιού της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης, για να νιώσετε την γλύκα και το νάζι που κρύβουν!!!
"Pokušaću da te poljubim a ti se pravi luda
Pokušaću da te probudim a ti se pravi budna"

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

Η λαϊκή

Εναλλακτικός τίτλος 1 : «Πού 'σουνα, μωρό μου, εχθές?»

Εναλλακτικός τίτλος 2 : «Φανταστική, μουσική ιστορία»

Χθες το πρωί ξύπνησα νωρίς και σκέφτηκα πως, όπως κάθε Τετάρτη, έχει λαϊκή στην περιοχή μου και μάλιστα σε μία αλάνα, δύο λεπτά από το σπίτι μου. Μετά από λίγη σκέψη, πήρα την απόφασή μου : θα πάω στη λαϊκή!!!

Σιγά την απόφαση, θα μου πεις. Κι όμως, για εμένα ήταν μεγάλη απόφαση. Και διπλή. Από τη μία αποφάσισα να μην πάω στη Σερβία (πάλι), με αποτέλεσμα να «χάσω» τον γάμο μίας πολύ καλής φίλης. Από την άλλη, αποφάσισα να κάνω κάτι που το έκανα εκεί, στο Νις, μέχρι τα τέλη του 2005, και στην Ελλάδα, τους πρώτους μήνες του 2006 : να πάω λαϊκή (ίσως για να νιώσω λίγο, ότι είμαι πάλι εκεί).

Για τους πρώτους μήνες του 2006 δεν θα πω τίποτα, μιας και είναι αυστηρά συνδεδεμένοι με την πρώην μου (για όσους με ξέρουν προσωπικά, εννοώ την «μύξα») για την οποία πολλά έχω πει και νομίζω πως φτάνει πια! Για τις βόλτες μου στις λαϊκές της Σερβίας όμως…

Κάποια στιγμή στο δεύτερο έτος των σπουδών μου, πήγα στη λαϊκή και ψώνισα λαχανικά, σαλατικά και φρούτα, χρησιμοποιώντας τα ονόματά τους και όχι τη λέξη «αυτό». Α, ναι, διευκρίνιση : για τους περισσότερους Έλληνες που πηγαίνουν σε άλλη χώρα να σπουδάσουν, τον πρώτο καιρό τα περισσότερα πράγματα είναι «αυτό» και χώροι όπως η λαϊκή είναι… «αυτάδικα»!!!

Από τη μέρα που άρχισα να πηγαίνω στη λαϊκή της Σέρβικης γειτονιάς μου, το λεξιλόγιο μου εμπλουτίστηκε με διάφορες λέξεις – ονομασίες των ζαρζαβατικών, λαχανικών και φρούτων, αλλά και με λέξεις απλές ή/και χωριάτικες, μιας και άρχισα να μιλάω και να συναναστρέφομαι με τους απλούς, «λαϊκούς» ανθρώπους, τους πωλητές της λαϊκής, τους «λαϊκιτζήδες».


Μία μεγάλη (και για εμένα «κακή») διαφορά της Ελλάδας με τη Σερβία, είναι ότι εκεί οι λαϊκές είναι σταθερές και καθημερινές. Δηλαδή έχει λαϊκή κάθε μέρα, σε ένα σημείο κάθε περιοχής της πόλης, οπότε όχι μόνο μπορούν να εξυπηρετηθούν καθημερινά οι κάτοικοι της περιοχής, αλλά και οι «λαϊκιτζήδες» έχουν τον χώρο τους και ξέρουν τον κόσμο, κάνουν το πελατολόγιό τους... και αν όχι, παίρνουν τα κουβαδάκια τους και… σε άλλη λαϊκή.

Σε μία τέτοια λαϊκή, που τη λένε Μπόσκο Μπούχα (ο Boško Buha είναι μία προσωπικότητα της ιστορίας των Σέρβων), στη γωνία της λεωφόρου του Λένιν (που μετονομάστηκε σε λεωφόρο του Νέμανιτς) με την οδό των αδερφών Τάσκοβιτσ (αν θυμάμαι καλά), πήρα κάποια «μαθήματα» ζωής, δέχτηκα ένα δυνατό «φως» που μου άνοιξε τα μάτια, έλεγα τις καθημερινές μου καλημέρες, κόβοντας δρόμο πηγαίνοντας στην Ιατρική και καλησπέρες, στο γυρισμό, οπότε έκανα και τα ψώνια μου.

Εκεί έμαθα να ξεχωρίζω την καλή, φρέσκια, μικρή πράσινη ντομάτα από την μπαγιάτικη, την «καλή απ’έξω και χαλασμένη από μέσα» πράσινη ντομάτα που προορίζεται για τουρσί… και πόση εκτίμηση κέρδισα από τους «λαϊκιτζήδες», όταν τους είπα ότι ψάχνω ντομάτες για να κάνω το δικό μου τουρσί, με Σέρβικη συνταγή!!!

Στην ίδια "γωνιακή" λαϊκή, κάπου στο πέμπτο φοιτητικό μου έτος, έγινα «στουπί», «τύφλα», πίνοντας Σλίβοβιτσα (αν και εγώ το έλεγα και το λέω Σλίμοβιτσα), Σέρβικο ρακί, από τις 11 το πρωί, γιατί είχα περάσει ένα «δυνατό» μάθημα!

Εκεί, κάποια στιγμή, ένιωσα πως υπάρχουν άνθρωποι που με νοιάζονται, έστω και αν είναι ξένοι, όταν είδα τη θλίψη στα μάτια τους, γιατί τους είπα πως δεν πέρασα το μάθημα στην εξεταστική του καλοκαιριού. Αν και ξένοι, με ένιωσαν, κατάλαβαν πως έβλεπα τα καράβια μου να βουλιάζουν και όμως, μου συμπαραστάθηκαν. Φυσικά, Σέρβοι είναι αυτοί… το ρακί πάει με όλα και είναι η καλύτερη παρηγοριά!

Η γειτονιά μου μπορεί να άλλαξε, άρα και η λαϊκή, αλλά η σχέση μου με τους λαϊκιτζήδες, παρέμενε δυνατή. Είναι όπως τα τρένα και τους ανθρώπους : μπορεί να τα χρησιμοποιούμε για τον ίδιο προορισμό επί χρόνια και μετά να ταξιδεύουμε με άλλα μέσα, όταν όμως κάποτε ξαναπάρουμε τρένο, έστω και για ταξίδι προς «αλλού», σίγουρα θα νιώσουμε και πάλι την ίδια γλυκιά, ταξιδιάρικη αίσθηση, την γνώριμη χαρά και τη συγκίνηση του τσαφ τσουφ!
Κάπως έτσι ένιωσα κι εγώ όταν ξαναπήγα στην παλιά μου λαϊκή, ακόμα και ως «γιατρός β’», μέσα σε ασθενοφόρο (τελειόφοιτος τότε). Η οικειότητα του «λαϊκιτζή» ασθενή μόλις με γνώρισε, ήταν αυτή που με έκανε να σκεφτώ και να θυμάμαι για πάντα πως
«τί "γιατρός" και μα**κίες? Εγώ είμαι άνθρωπος απλός, καλός, λαϊκός!!!».


Μπορεί η ιστοριούλα να μην είναι όλη αληθινή, σίγουρα όμως κρύβει κάτι για τη λαϊκή και την Σερβία και είναι αυτό που νιώθω και για τις δύο… (και μου λείπουν, γαμώτο)!!!

Κάποια από όλα όσα έγραψα δεν είναι αλήθεια, αλλά τα πρόσθεσα για να μπορέσω να συμπληρώσω την ιστοριούλα και να σας χαρίσω τραγουδάκια. Με εξαίρεση το τραγούδι του εναλλακτικού τίτλου 1 (που είναι άθλιο) τα υπόλοιπα είναι από το γκρουπ των My Ok Hotel, ενός συγκροτήματος indie μουσικής, που μας έρχονται από την Ιρλανδία. Περισσότερα μπορείτε να μάθετε εδώ… ή στο google, βρε αδερφέ!!!

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

ΙδιογράφΩς

Μετά από άμεση πρόσκληση της φίλης μου Me:Moir, έμμεση πρόσκληση της φίλης μου Όναρ και ένα πεταμένο μπαλάκι της φίλης μου Archive, αποφάσισα να γράψω κι εγώ κάτι με την παλιά, κλασσική μέθοδο «χαρτί και μολύβι», να το φωτογραφίσω και να το δημοσιεύσω εδώ! Ιδού :



Για το http://autographcollectors.blogspot.com/

Υ.Γ. : Δεν παίζω σε blogoπαίχνιδα, λέμεεε!!!

Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

Μητέρα, μανούλα, μαμά... και γιαγιά!!!

Κυριακή, 11 Μαΐου, η ημέρα που έχει οριστεί ως η ημέρα της μητέρας. Αν υπάρχει κάτι τέτοιο, όπως η μία και μοναδική μέρα της μητέρας, μιας και όπως είπε στις 8 Μαρτίου (ημέρα της γυναίκας) η φίλη μου η Ντέμη «όπως έγιναν τα πράγματα, κάθε μέρα είναι σαν μέρα της γυναίκας». Άρα, κάθε μέρα θα μπορούσε να είναι και μέρα της μητέρας, του άντρα, του πατέρα… αρκεί να νιώθουμε εμείς έτσι! Ε, είναι και λίγο εμπορικά όλα αυτά…

Ειδικά για την ημέρα της μητέρας όμως, νιώθω κάπως. Ίσως είναι γιατί όσα χρόνια σπούδαζα, ήξερα πως η μητέρα μου θα περιμένει πώς και πώς να ξυπνήσω και να την πάρω τηλέφωνο για τα «χρόνια πολλά»… και τί χαρά έκανε, όταν κάποτε κανόνισα με ένα φίλο και της έστειλα λουλούδια στο σπίτι (ο φίλος τα έστειλε, μιας και εγώ σπούδαζα στη Σερβία).

Υποθέτω πως θα μπορούσα να γράφω ώρες ατέλειωτες κάτι «σοβαρό» για τις μαμάδες μας και να γελάω και να κλαίω, αλλά… Dr Pako είναι αυτός, είναι δυνατόν να μην γράψει κάτι λίγο διαφορετικό? Σκέφτηκα, λοιπόν, μία ιστοριούλα που ίσως και να δείχνει όλα όσα νιώθουμε (εμείς τα παιδιά) ή/και μία μαμά! Α, αφού η γιαγιά λέει πως «του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου» έτσι κι εγώ λέω πως «της μαμάς μου – και του μπαμπά μου - η μαμά είναι δυο φορές μαμά μου» (αν και οι δικές μου γιαγιάδες έχουν πεθάνει, δυστυχώς)… Ιδού :

Κάποτε, κάποια «μεγάλη» στιγμή της ζωής της, η κόρη γίνεται μητέρα. Και τότε, αλλάζουν όλα… Η σύζυγος που είναι πλέον μαμά αναλαμβάνει τα καθήκοντα του σπιτιού, έχοντας την έγνοια των παιδιών στο μυαλό της και αυτό την κάνει… παρανοϊκή!

Το παιδί μεγαλώνει χωρίς πολλά παράπονα και προβληματισμούς, μέχρι να ξεκινήσει το σχολείο, όπου και αρχίζει να καταλαβαίνει τι «παίζει». Η παρανοϊκή μαμά, σου έχει ετοιμάσει το μεγαλύτερο σάντουιτς του σχολείου, με παριζάκι, ΤΟΥΛΙΠ, μορταδέλα και ντομάτα!
Φυσικά, αν τρως νιφάδες για πρωινό, ό,τι νιφάδες και αν είναι αυτές, η μαμά τις λέει ΚΟΝ ΦΛΕΞ! Αλλιώς τρως ψωμί μέσα σε γάλα, δηλαδή «παπάρα»!

Το καλοκαίρι έρχεται και τρως καρπούζι, πάντα με την παρατήρηση της μαμάς : «μην φας μόνο την καρδιά, γιατί θα το δει ο μπαμπάς όταν έρθει και μετά…»… και πόσο μας φόβιζε αυτή η κουβέντα της μαμάς «θα το πω στον μπαμπά σου και κανόνισε»… Θεέ μου, ανατριχίλα στη σπονδυλική μου στήλη!!!

Καλοκαίρι και η μαμά σκέφτεται πως θέλει τον μπαμπά λίγο για τον εαυτό της μόνο, οπότε «είπε η γιαγιά πως θέλει να πας και να την δεις… έχει λέει και γατάκια στην αυλή… τί λες?»… τί να πεις? «Ο, ρε μάνα μου! Θέλω, θέλω, θέλω!»

Σε πηγαίνουν στο χωριό, στο σπίτι της γιαγιάς, που σε βλέπει, σε τσιμπάει, σε φιλάει και σε σαλιώνει, αλλά σε έχει δασκαλέψει η μαμά από πριν «μην πεις πάλι καμιά χαζομάρα… από αγάπη σε χαϊδεύει και σε φιλάει»… «ε, δεν μπορεί να κάνει μια αποτρίχωση τουλάχιστον? Με τσιμπάνε τα μουστάκια της», σκέφτεσαι… αλλά είσαι μικρός ακόμα για να μιλήσεις!

Οι μέρες περνάνε και χαίρεσαι και παίζεις και… τρως! Αν και η κουζίνα του σπιτιού της γιαγιάς είναι πλήρως εξοπλισμένη, εκείνη προτιμάει να μαγειρεύει… στο παλιό κουζινάκι, που έχει διαμορφώσει στην αποθήκη! Φυσικά, χρησιμοποιεί μόνο δυο επιλογές : σβηστός φούρνος, καυτός φούρνος! Ενδιάμεσα, «δεν έχει»!

Η γιαγιά συνήθως μαγειρεύει με λαρδί και ζωικό λίπος, γιατί «είναι καλύτερα» και γιατί «έτσι μάθαμε εμείς»! Τα μακαρόνια, τα τηγανητά αυγά, οι πίτες και ό,τι άλλο κάνει, έχουν μια γεύση… αρνίσια - από το λίπος - και πάντα συνδυάζονται με «τα καλύτερα και πιο υγιεινά αγαθά» : το κρεμμύδι , το σκόρδο και… το λάχανο τουρσί!!!

Η δυο φορές μαμά μας, αφού φτιάξει το δικό της, σπιτικό, «χωριάτικο» ψωμί, κόβει μια «φετάρα» πάχους 5 εκατοστών, της βάζει Μερέντα πάχους άλλων 5 εκατοστών και αν δεν θέλεις να την φας, σε κυνηγάει μέσα στο σπίτι με την ξύλινη κουτάλα της! Φυσικά, τίποτα δεν πάει χαμένο στο σπίτι της γιαγιάς, γι’αυτό και μπορείς να βρεις στο ψυγείο την Μερέντα που άνοιξες τα Χριστούγεννα… πριν από 3 χρόνια!!!

Η καλή μας η γιαγιά, τα έχει όλα, αλλά δεν συμφέρει, μιας και δεν δέχεται πως… κάποια στιγμή χορταίνεις! «Έλα, φάε, να ψηλώσεις»! Μα πως μπορεί ένα παιδί να φάει ψωμί με μερέντα ή/και μαρμελάδα, γάλα, πίτα, μπριζόλα, κεφτεδάκια, πατάτες τηγανιτές, φασολάκια, σαλάτα, γλυκό, κομπόστα… και όλα αυτά σε ένα γεύμα, αφού μέχρι να τελειώσει το ένα, αρχίζει το άλλο?!?! Ειλικρινά, τόσο φαί που έριξα στα νιάτα μου, θα έπρεπε να είμαι 8,5 μέτρα τώρα! Α, μην ξεχνάτε : «φάε το παχάκι, είναι καλό, υγεία!». Μπλιαχ!!!

Το καλοκαίρι φεύγει, έρχεται το φθινόπωρο, ενώ εσύ μεγαλώνεις. Μέσα στη ζωή μας, καλώς ή κακώς, είναι και οι αρρώστιες! Και «ποιος ακούει τη μαμά όταν της πω ότι έχω πάλι πυρετό», σκέφτεσαι ενώ ψήνεσαι, όχι μόνο από τον πυρετό, αλλά και από το άγχος για την αντίδραση της μαμάς!!!

«Τα έλεγα εγώ, δεν τα έλεγα? Άλλη φορά να φοράς μια φανέλα από κάτω από το μπλουζάκι και να μην κάθεσαι στο «ρεύμα»… μπορεί να πεθάνεις από το «ρεύμα», το ξέρεις? Και σου είπα ότι κρύωνα κιόλας!» λέει η μαμά… «μα, εσύ κρύωνες, εγώ να ντυθ…», προσπαθείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, αλλά ακούς «σουτ, σιωπή» από τη μάνα – «θεραπεύτρια», μιας και όπως κάθε μαμά, έχει το δικό της φαρμακείο.

Ε, το παιδί είναι άρρωστο, είναι δυνατόν να μην έρθει να το δει η γιαγιά? Και να σου τα γιατροσόφια : «τύλιξε του μια πετσέτα με τριμμένο κρεμμύδι στο λαιμό, για το κρύωμα, βαλε του από μια χοιρινή μπριζόλα σε κάθε μάγουλο για τις μαγουλάδες και δώσε του να φάει λίγο σκόρδο για να ανοίξει η μύτη του»! Φυσικά, είναι η ίδια γιαγιά που σου έδωσε ούζο, μόλις άρχισες να κλαις, επειδή άρχισες να βγάζεις τα πρώτα σου δόντια, κάποτε! Ωχ, παραλίγο να ξεχάσω το «απόλυτο φάρμακο όλων των εποχών», που σίγουρα χρησιμοποιούν όλες οι μαμάδες και οι γιαγιάδες : το ΒΙΞ! «Γιαγιά, βρωμάει», παραπονιέσαι και ακούς «σουτ, σιωπή!»… Μα, τί στο καλό, όλες στην ίδια σχολή «σουτ, σιωπή» πηγαίνουν? Και συμπληρώνει η γιαγιά «κι αν σου έρθει να αεριστείς, μην ντρέπεσαι, είναι υγεία να κλ*νεις»!!!

Τα χρόνια περνάνε, μεγαλώνεις, βγαίνεις, νυχτοπερπατάς και μια μέρα αναρωτιέσαι «παλιά, όταν πατούσα «κακά», η μαμά μου έλεγε πως είναι γούρι…τώρα, γιατί κάθε φορά που βλέπει τα παπούτσια μου λασπωμένα, λέει «όποιος τη νύχτα περπατεί, λάσπες και σκ*τα πατεί… τί ώρα γύρισες πάλι, γαϊδούρι?»!?

«Μεγάλος» πια, συνηθίζεις να πίνεις καφέ, αλλά κάποια στιγμή θέλεις να πιεις και ένα τσαγάκι και αμέσως σε ρωτάει η μαμά «άρρωστος είσαι?». «Όχι, αλλά για να μην αρρωστήσω από τις απορίες σου, θα μετακομίσω!» απαντάς, αποφασισμένος να ανεξαρτητοποιηθείς… ναι, καλά!!!

Νοικιάζεις σπιτάκι μόνος, το «φτιάχνεις», το επιπλώνεις, δέχεσαι επίσκεψη από τη μαμά και τη γιαγιά που σου έφεραν πιτζάμες και εσώρουχα, όλα «καλά», για να τα έχεις, γιατί «μεγάλο παιδί είσαι τώρα, όλο και καμιά θα έρθει να κοιμηθεί εδώ». «Μόνο μία?» λες, και σε στραβοκοιτάνε, μάνα και κόρη, γιαγιά και μάνα, συγχρόνως!!!

Η ζωή κυλάει όμορφα μέχρι που ένα πρωινό «ντριιιν, ντριιιν» το κουδούνι της πόρτας, η γκόμενα τρέχει να ντυθεί, εσύ δεν έχεις καταλάβει τί γίνεται και να σου μπροστά σου η μάνα σου «ήρθα να σου στρώσω το κρεβάτι, να βάλω καμιά σκούπα και να καθαρίσω, γιατί αυτή η ανεπρόκοπη…», «έλα, ρε μάνα, τώρα!» λες και προσπαθείς να τα μπαλώσεις με το «άλλο σου μισό»! Η μάνα σου, λέει τα δικά της «να βρεις ένα καλό κορίτσι, βρε, να νοικοκυρευτείς!».

Μετά από πολλά «άλλα μισά», βρίσκεις κάποτε αυτό που νομίζεις, νιώθεις και πιστεύεις πως είναι όντως ο άνθρωπος σου. Ακόμα και τότε, η μαμά και η γιαγιά έχουν να πούνε κάτι : «κοίτα, γιε μου… πρέπει να θυμάσαι να τρως τουλάχιστον τέσσερις φορές τη βδομάδα φαγητό «κανονικό», της κατσαρόλας, να την μάθεις να βάζει τα κουτάλια στο τραπέζι, όχι όλο έξω και έτοιμα και στεγνά…θα πάθεις τίποτα…», και μετά λένε, παρατηρώντας τη νύφη από μακριά «αχ, κοίτα την, την φοράδα, όλη η μέση της έξω είναι! Θα παγώσουν τα ωάρια της και πως θα κάνει παιδιά?»… «Μαμά! Γιαγιά! Τι λέτε τώρα? Τι είναι τα ωάρια και θα παγώσουν?» λες με βαριά αντρική φωνή, αλλά σε κατατροπώνει το διπλό «Σουτ! Σιωπή!».

Η μέρα του γάμου σου έρχεται, και όπως κάθε μητέρα, έτσι και η μαμά σου θέλει επιτέλους να τραγουδήσει, να ακούσει, να χορέψει το αγαπημένο τραγούδι κάθε παραδοσιακής μάνας «στου παιδιού μου την χαρά, έσφαξα έναν κόκορα»!

Πώς γίνεται αυτό το παράξενο πράγμα όμως? Η μαμά σου και η γιαγιά σου, ισχυρίζονται ότι ποτέ δεν κουτσομπολεύουν, κι όμως… ε, πως ήξεραν ποια χώρισε και ποια «ζευγάρωσε», ποια έβαψε τα μαλλιά της και τι θα φοράει η κάθε μια? Ο γάμος έγινε και το γλέντι… ήταν τόσο «αρμονικά» κανονισμένο από μαμά και γιαγιά (υπολογίστε και τις πεθερές «μαμά» και «γιαγιά» τώρα) που οι φωτογραφίες του γάμου θυμίζουν πίνακα ζωγραφικής!!!

Καθώς περνάνε τα χρόνια, η θέση σου είναι τέτοια ώστε να πρέπει να επιβεβαιώνεις τη μαμά σου πως τρως καλά, αλλά σαν τη δική της μαγειρική… «δεν έχει»!

Κάποτε, η γυναίκα σου γίνεται με τη σειρά της μητέρα και η μαμά σου γίνεται γιαγιά… και όσο και αν σιχαινόταν αυτά τα «εθίματα του χωριού», την τσακώνεις μια μέρα να τρίβει με αλάτι τις κλειδώσεις του βρέφους, «για να μην συγκαίεται» και με σκόρδο την κοιλίτσα του, «για να μην πάθει τίποτα το στομάχι του… ξέχασες εσύ? Που δεν σε άλειψε σκόρδο η γιαγιά σου»… ε, τώρα, τι να της πεις? Ξέρεις πως η απάντηση που θα πάρεις από την ίδια, τη μαμά που έγινε γιαγιά, αλλά και από την γυναίκα σου που έγινε μαμά, θα είναι η ίδια «Σουτ, σιωπή»!!!

Ίσως να είναι κάπως έτσι, ίσως αυτά που έγραψα να γίνονται μόνο στις ιστορίες του μυαλού μου. Το σίγουρο είναι πως η μητέρα είναι ό,τι πιο «ιερό» υπάρχει και όπως είπε ο Κώστας Βουτσάς στο τέλος της ταινίας «20 γυναίκες κι εγώ», αφού έμαθε ότι η γυναίκα του είναι έγκυος : «αχ, τι είσαστε εσείς οι γυναίκες και πόσα τράβηξα για εσάς! Όσα και αν τράβηξα όμως, χαλάλι σας! Χαλάλι σας, γιατί μας δίνετε την καλύτερη χαρά του κόσμου! Μας δίνετε την ίδια τη ζωή!!!»… επιτρέψτε μου να προσθέσω : στην αρχή σαν παιδιά σας, μετά σαν μπαμπάδες, που δεν θα υπήρχαν χωρίς εσάς τις μαμάδες!!!

Υ.Γ. 1: Οι μουσικοί μου αναγνώστες, αυτοί που «μπαίνουν», διαβάζουν, ακούν ή/και κατεβάζουν τα τραγούδια που «κρύβω μέσα στις λέξεις, έστω και αν ποτέ δεν αφήνουν κάποιο σχόλιο, έχουν σαράντα ένα τραγούδια να ακούσουν εδώ. Τραγούδια που έχουν να κάνουν με τη μητέρα, τη μανούλα, τη μαμά! Enjoy!!!

Υ.Γ. 2 : Μαμά, σε ευχαριστώ που με έκανες αυτό που είμαι σήμερα! Σε ευχαριστώ που ακόμα με βοηθάς να γίνω καλύτερος άνθρωπος! Σε ευχαριστώ για όλα, ΣΕ ΑΓΑΠΩ!!!

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2008

Grill Giotis!!!


Ανοίξαμε και σας περιμένουμε. Ή μάλλον, άνοιξαν (οι γονείς μου) και σας περιμένουν. Ή μάλλον, ας τα πάρουμε από την αρχή…

Ήταν το έτος 1976 όταν ο πατέρας μου, κύριος Γιώτης, και ο ξάδερφος του, κύριος Β. , αποφάσισαν να ανοίξουν ένα σουβλατζίδικο. Οι δυο τους παρέλαβαν το μαγαζί του κυρίου Άγγελου, ο οποίος έμαθε την «τέχνη» του γύρου στον πατέρα μου (και σήμερα έχει ένα εστιατόριο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης).

Νέοι τότε, νιόπαντροι και οι δύο και νεοφερμένοι στη Θεσσαλονίκη, ο Γιώτης και ο Β. , περνούσαν κάθε μέρα δουλεύοντας πολύ, αλλά και γλεντώντας. Μέσα στην τρέλα των νιάτων τους, πού να βρουν μυαλό για δουλειά. Πρόσφατα έμαθα πως ο καθρέφτης που υπάρχει έξω από το σουβλατζίδικο και δίπλα στην είσοδο, ήταν «παγίδα», για να σταματούν οι γυναίκες και να τις «πειράζουν» οι εν λόγω σουβλατζίδες!

Το μαγαζί τότε ήταν σχετικά «αφημένο», με ένα δυο ποντικάκια να κάνουν βόλτες ανάμεσα στα πόδια των πελατών που έκαναν πλάκα και τα τάιζαν σαν κατοικίδια, με μουσαμάδες στα πατώματα και ταπετσαρίες στους τοίχους, αλλά πάντα με καλή καρδιά και πολύ κέφι. Μόνο που το κέφι για τον Γιώτη και τον Β. , σήμαινε και πολλά κεράσματα και πολλά «δανεικά και αγύριστα»…

Το 1979 η μητέρα μου γέννησε τον δεύτερο γιο της (εμένα). Αυτό σήμαινε πως τα έξοδα και οι υποχρεώσεις της οικογένειας μεγάλωσαν, οπότε έπρεπε να σταματήσουν τα γλέντια και τα κεράσματα του σουβλατζίδικου. Ίσως το ότι ο Γιώτης και ο Β. δεν τα πήγαιναν πολύ καλά (ως συνεργάτες) να βοήθησε στη λήψη της απόφασης, και το σουβλατζίδικο έκλεισε, στις αρχές του 1980.

Μετά από δύο χρόνια, οι γονείς μου είχαν την φαεινή ιδέα να ανοίξουν μαζί το σουβλατζίδικο, οι δυο τους. Έτσι και έπραξαν, μόνο που αυτή τη φορά ήταν πιο οργανωμένοι. Τα γλέντια με ελληνική ρεμπέτικη και λαϊκή μουσική, ήταν περιορισμένα, όπως και τα κεράσματα και τα δανεικά ("λέμε" τώρα...). Η δουλειά ήταν ΔΟΥΛΕΙΑ, η καθαριότητα της μαμάς Τούλας επέβαλε καινούριες ταπετσαρίες και μουσαμάδες που άλλαζαν συχνά πυκνά, τα σκεύη ήταν καινούρια και πάντα καθαρά και πλυμένα στο χέρι, τα προϊόντα ήταν πάντα φρέσκα και διαλεγμένα προσεκτικά, (π.χ. οι πατάτες, που καθαριζόντουσαν κάθε μέρα στο χέρι) , ενώ οι πελάτες ήταν… «κάθε καρυδιάς, καρύδι»!!!

Ο πελάτης που τότε ήταν παππούς, σήμερα δεν υπάρχει πια, κατά πάσα πιθανότητα. Ο τότε πατέρας που ερχόταν στο σουβλατζίδικο με τον πιτσιρικά γιο του, σήμερα έρχεται πάλι με κάποιον πιτσιρικά, μόνο που τώρα είναι εγγονός του. Ο τότε πιτσιρικάς, σήμερα είναι οικογενειάρχης, επαγγελματίας, «φτιαγμένος» στη ζωή. Φυσικά, το ίδιο ισχύει και για τις γυναίκες πελάτισσες του τότε και του σήμερα.

Ένας από τους τότε πιτσιρικάδες, είναι ο Δημήτρης Σταρόβας. Ήταν μαθητής τότε, όταν έμπαινε μέσα στο μαγαζί, πετούσε την τσάντα σε μια γωνιά, έπαιρνε σάντουιτς στο ένα χέρι, ενώ στο άλλο κρατούσε την κιθάρα του, και κατηφόριζε για το πλακόστρωτο, μαρμάρινο πάρκο του Διοικητηρίου. Σε εκείνο το πάρκο βρισκόταν με άλλους πιτσιρικάδες και ίσως πελάτες του μαγαζιού, όπως ο Αντώνης Κανάκης η/και ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος. Άλλωστε, η περιοχή του Διοικητηρίου όπου είναι και το σουβλατζίδικο, έχει «βγάλει» πολλά «ονόματα». Κάποια από αυτά, πέρασαν και από τον «Γιώτη» (κάποτε ήταν στέκι, ο «Γιώτης», στο Διοικητήριο).

Μία ολόκληρη ομάδα, η Νίκη Διοικητηρίου, είχε οργανωθεί έτσι ώστε να έχει σαν «γραφεία» της, τον «Γιώτη». Όλοι οι παίχτες της, όπως και οι φίλοι της ομάδας, είχαν περάσει από το σουβλατζίδικο ( και κάποιοι από αυτούς, μας κάνουν την τιμή να περνάνε και τώρα). Ακόμα και στη νίκη κάποιου πρωταθλήματος, η διοίκηση της ομάδας είχε «αναγκάσει» τους γονείς μου να κρατήσουν το σουβλατζίδικο ανοιχτό όλη τη νύχτα, για να το γλεντήσουν! Φυσικά και έτσι έγινε, σε ένα γλέντι που έχει μείνει αξέχαστο σε όλους τους συμμετέχοντες!











Ανάμεσα στους καθημερινούς και απλούς πελάτες, ήταν και αρκετοί επώνυμοι και διάσημοι, όπως οι ηθοποιοί Νίκος Ρίζος, Σπύρος Καλογήρου και Γιώργος Πετρόχειλος, οι καλαθοσφαιριστές Γιώργος Μπαλογιάννης, Βασίλης Λυπηρίδης και Μιχάλης Μισούνοφ, οι πολιτικοί Παναγιώτης Ψωμιάδης, Κωνσταντίνος Τριαρίδης και Άκης Τσοχατζόπουλος, ο συγγραφέας Ντίνος Χριστιανόπουλος όπως και πολλοί άλλοι, που σίγουρα ξεχνάω τώρα. Α, μεταξύ αυτών ήταν και ο Πασχάλης Τερζής, μόνο που αυτός δεν ερχόταν, αλλά του πηγαίναμε πακετάκια, στο καφενείο που σύχναζε.
Πρόσφατα, η λίστα αυτή συμπληρώθηκε από τη Ντέμη Παπαδοπούλου και από τις «διάσημες» για εμένα, Me:moir, Archive και Efoudi.

Με αυτά και με αυτά, τα χρόνια πέρασαν. Το μενού άλλαξε, προστέθηκε το κοτόπουλο και το Gordon blue, όπως και πολλές σαλάτες, οι ταπετσαρίες έγιναν μπογιά σε «καλό» τοίχο, οι μουσαμάδες έγιναν πλακάκια, τα ποντικάκια δεν υπάρχουν πια, αλλά μία γάτα μας επισκέπτεται συχνά, τα μηχανήματα εκσυγχρονίστηκαν (λίγο, γιατί μας αρέσει η παράδοση και η γεύση που δίνει το κάρβουνο), τα πιάτα πλένονται σε επαγγελματικό πλυντήριο, οι πατάτες αγοράζονται προτηγανισμένες, ενώ οι πελάτες εξακολουθούν να είναι… «κάθε καρυδιάς, καρύδι»!



Μπορεί από τότε μέχρι τώρα να αλλάξαμε κι εμείς σαν οικογένεια, να «χάσαμε» τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, να «αποκτήσαμε» μια νύφη (που είναι σαν αδελφή για εμένα και κόρη για τους γονείς μου), να έμαθα να δουλεύω κι εγώ, να γέρασαν οι γονείς μου, αλλά πέρα από τη μουσική που έμεινε η ίδια, ελληνική ρεμπέτικη και λαϊκή, σίγουρα δεν άλλαξε και κάτι άλλο: το μεράκι, το χαμόγελο, η καλή καρδιά και η ακόμη καλύτερη γεύση και η αναζήτησή της!

Κάπου μέσα σε αυτά τα χρόνια, μέσα στα χαμόγελα και τις γευστικές αναζητήσεις, έγινε και κάτι άσχημο : ο πατέρας μου, ο Γιώτης, «έχασε» τα νεφρά του. Τα βάρη που σήκωνε κάθε μέρα, το άγχος της δουλειάς και της ίδιας της ζωής, οι άπειρες ώρες εργασίας (15 ώρες καθημερινά, από Δευτέρα ως Σάββατο , αλλά τα τελευταία χρόνια από Δευτέρα ως Παρασκευή), η καθημερινή κατανάλωση κρέατος (ε, μη μου πεις ότι δεν πάει… η φασολάδα με τον γύρο!?) τον οδήγησαν αρχικά στη νόσο των βασιλιάδων (ως άλλος βασιλιάς… του γύρου!) και μετέπειτα στη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.

Σύμφωνα με τους νόμους τους κράτους μας, ο Γιώτης δεν μπορεί να πάρει αναπηρική σύνταξη γιατί έχει αναπηρία 3% παραπάνω από το όριο (έλεος!), οπότε το σουβλατζίδικο παραμένει ανοιχτό μέχρι να έρθει η μέρα της συνταξιοδότησής του. Ίσως αυτή να είναι και η αφορμή αυτού του κειμένου : άρχισε η αντίστροφη μέτρηση! Σύσσωμη η οικογένεια μου, ελπίζουμε ότι του χρόνου, τέτοια μέρα, το σουβλατζίδικο θα έχει κλείσει ή θα έχει αλλάξει χέρια ιδιοκτήτη ή… δεν ξέρω τι άλλο, αλλά όλοι μας ελπίζουμε πως του χρόνου τέτοια μέρα, θα γράφω πως
«ΚΛΕΙΣΑΜΕ… ΚΑΙ ΔΕΝ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ!».

Αν και πέρυσι ήμουν φαντάρος, νομίζω πως αυτή η αντίστροφη μέτρηση, μου φαίνεται πιο «βαριά». Όχι γιατί δεν μου αρέσει η συγκεκριμένη δουλειά, αλλά γιατί θέλω επιτέλους να ακούσω τους γονείς μου να λένε πως ξεκουράστηκαν! Άλλωστε, γι’ αυτό και προσπαθώ να βοηθήσω όσο μπορώ. Από ανάγκη για δουλειά, λες? Όχι! Από συνήθεια? Μπα! Από σεβασμό για το «μαγαζί μας», το σουβλατζίδικο που «έβγαζε» τόσα, ώστε να σπουδάσω και να γίνω γιατρός? Εννοείται! Από αγάπη για τους γονείς μου? Φυσικά!

Μιας και μένουν 300 και κάτι μέρες, όσοι έχετε όρεξη και διάθεση, περάστε μια βόλτα από το «μαγαζί μας». Θα σας περιμένουμε με ζεστά πιάτα και ακόμα πιο ζεστά χαμόγελα!
Grill Giotis, Φιλήμονος Δραγούμη 8, Παραπλεύρως Διοικητηρίου

RESPECT!!!


Υ.Γ. : Απόψε ήταν η πρώτη φορά που διάβασα κάποιο από τα κείμενά μου στους γονείς μου και χάρηκα πολύ και με την "έγκρισή" τους, αλλά και με τα βουρκωμένα μάτια τους! Για άλλη μία φορά

RESPECT!!!

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2008

Funny cat


Ένας γάτος υπναράς, όπως και η αφεντομουτσουνάρα μου!

Ένα post μικρό, με ένα video μικρό, απλό και χαριτωμένο, για να "δείξω" στη φίλη μου Jane E. , πως οι γάτες είναι αστείες!!!

Χιχι, χι, και επιπλέον νιάου!!!

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2008

Καλωδιώσου...

... μωρό μου!!!

Muse - Plug in, baby
Music therapy - personal treatment : 500 mg MUSE το πρωί και για το βράδυ... θα δούμε! Ίσως έτσι να πέσει ο πυρετός και να "φύγει" το πρήξιμο από τις αμυγδαλές μου!

Το τραγουδάκι "τα σπάει" και είναι δωράκι για την φίλη μου, Ειρήνη, αλλά και για όλες όσες γιορτάζουν σήμερα!
Να είσαστε καλά και να σας χαιρόμαστε!!!

Καλημέρα και καλή βδομάδα σε όλους και όλες!!!