Ανοίξαμε και σας περιμένουμε. Ή μάλλον, άνοιξαν (οι γονείς μου) και σας περιμένουν. Ή μάλλον, ας τα πάρουμε από την αρχή…
Ήταν το έτος 1976 όταν ο πατέρας μου, κύριος Γιώτης, και ο ξάδερφος του, κύριος Β. , αποφάσισαν να ανοίξουν ένα σουβλατζίδικο. Οι δυο τους παρέλαβαν το μαγαζί του κυρίου Άγγελου, ο οποίος έμαθε την «τέχνη» του γύρου στον πατέρα μου (και σήμερα έχει ένα εστιατόριο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης).
Νέοι τότε, νιόπαντροι και οι δύο και νεοφερμένοι στη Θεσσαλονίκη, ο Γιώτης και ο Β. , περνούσαν κάθε μέρα δουλεύοντας πολύ, αλλά και γλεντώντας. Μέσα στην τρέλα των νιάτων τους, πού να βρουν μυαλό για δουλειά. Πρόσφατα έμαθα πως ο καθρέφτης που υπάρχει έξω από το σουβλατζίδικο και δίπλα στην είσοδο, ήταν «παγίδα», για να σταματούν οι γυναίκες και να τις «πειράζουν» οι εν λόγω σουβλατζίδες!
Το μαγαζί τότε ήταν σχετικά «αφημένο», με ένα δυο ποντικάκια να κάνουν βόλτες ανάμεσα στα πόδια των πελατών που έκαναν πλάκα και τα τάιζαν σαν κατοικίδια, με μουσαμάδες στα πατώματα και ταπετσαρίες στους τοίχους, αλλά πάντα με καλή καρδιά και πολύ κέφι. Μόνο που το κέφι για τον Γιώτη και τον Β. , σήμαινε και πολλά κεράσματα και πολλά «δανεικά και αγύριστα»…
Το 1979 η μητέρα μου γέννησε τον δεύτερο γιο της (εμένα). Αυτό σήμαινε πως τα έξοδα και οι υποχρεώσεις της οικογένειας μεγάλωσαν, οπότε έπρεπε να σταματήσουν τα γλέντια και τα κεράσματα του σουβλατζίδικου. Ίσως το ότι ο Γιώτης και ο Β. δεν τα πήγαιναν πολύ καλά (ως συνεργάτες) να βοήθησε στη λήψη της απόφασης, και το σουβλατζίδικο έκλεισε, στις αρχές του 1980.
Μετά από δύο χρόνια, οι γονείς μου είχαν την φαεινή ιδέα να ανοίξουν μαζί το σουβλατζίδικο, οι δυο τους. Έτσι και έπραξαν, μόνο που αυτή τη φορά ήταν πιο οργανωμένοι. Τα γλέντια με ελληνική ρεμπέτικη και λαϊκή μουσική, ήταν περιορισμένα, όπως και τα κεράσματα και τα δανεικά ("λέμε" τώρα...). Η δουλειά ήταν ΔΟΥΛΕΙΑ, η καθαριότητα της μαμάς Τούλας επέβαλε καινούριες ταπετσαρίες και μουσαμάδες που άλλαζαν συχνά πυκνά, τα σκεύη ήταν καινούρια και πάντα καθαρά και πλυμένα στο χέρι, τα προϊόντα ήταν πάντα φρέσκα και διαλεγμένα προσεκτικά, (π.χ. οι πατάτες, που καθαριζόντουσαν κάθε μέρα στο χέρι) , ενώ οι πελάτες ήταν… «κάθε καρυδιάς, καρύδι»!!!
Ο πελάτης που τότε ήταν παππούς, σήμερα δεν υπάρχει πια, κατά πάσα πιθανότητα. Ο τότε πατέρας που ερχόταν στο σουβλατζίδικο με τον πιτσιρικά γιο του, σήμερα έρχεται πάλι με κάποιον πιτσιρικά, μόνο που τώρα είναι εγγονός του. Ο τότε πιτσιρικάς, σήμερα είναι οικογενειάρχης, επαγγελματίας, «φτιαγμένος» στη ζωή. Φυσικά, το ίδιο ισχύει και για τις γυναίκες πελάτισσες του τότε και του σήμερα.
Ένας από τους τότε πιτσιρικάδες, είναι ο Δημήτρης Σταρόβας. Ήταν μαθητής τότε, όταν έμπαινε μέσα στο μαγαζί, πετούσε την τσάντα σε μια γωνιά, έπαιρνε σάντουιτς στο ένα χέρι, ενώ στο άλλο κρατούσε την κιθάρα του, και κατηφόριζε για το πλακόστρωτο, μαρμάρινο πάρκο του Διοικητηρίου. Σε εκείνο το πάρκο βρισκόταν με άλλους πιτσιρικάδες και ίσως πελάτες του μαγαζιού, όπως ο Αντώνης Κανάκης η/και ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος. Άλλωστε, η περιοχή του Διοικητηρίου όπου είναι και το σουβλατζίδικο, έχει «βγάλει» πολλά «ονόματα». Κάποια από αυτά, πέρασαν και από τον «Γιώτη» (κάποτε ήταν στέκι, ο «Γιώτης», στο Διοικητήριο).
Μία ολόκληρη ομάδα, η Νίκη Διοικητηρίου, είχε οργανωθεί έτσι ώστε να έχει σαν «γραφεία» της, τον «Γιώτη». Όλοι οι παίχτες της, όπως και οι φίλοι της ομάδας, είχαν περάσει από το σουβλατζίδικο ( και κάποιοι από αυτούς, μας κάνουν την τιμή να περνάνε και τώρα). Ακόμα και στη νίκη κάποιου πρωταθλήματος, η διοίκηση της ομάδας είχε «αναγκάσει» τους γονείς μου να κρατήσουν το σουβλατζίδικο ανοιχτό όλη τη νύχτα, για να το γλεντήσουν! Φυσικά και έτσι έγινε, σε ένα γλέντι που έχει μείνει αξέχαστο σε όλους τους συμμετέχοντες!
Ανάμεσα στους καθημερινούς και απλούς πελάτες, ήταν και αρκετοί επώνυμοι και διάσημοι, όπως οι ηθοποιοί Νίκος Ρίζος, Σπύρος Καλογήρου και Γιώργος Πετρόχειλος, οι καλαθοσφαιριστές Γιώργος Μπαλογιάννης, Βασίλης Λυπηρίδης και Μιχάλης Μισούνοφ, οι πολιτικοί Παναγιώτης Ψωμιάδης, Κωνσταντίνος Τριαρίδης και Άκης Τσοχατζόπουλος, ο συγγραφέας Ντίνος Χριστιανόπουλος όπως και πολλοί άλλοι, που σίγουρα ξεχνάω τώρα. Α, μεταξύ αυτών ήταν και ο Πασχάλης Τερζής, μόνο που αυτός δεν ερχόταν, αλλά του πηγαίναμε πακετάκια, στο καφενείο που σύχναζε.
Πρόσφατα, η λίστα αυτή συμπληρώθηκε από τη Ντέμη Παπαδοπούλου και από τις «διάσημες» για εμένα, Me:moir, Archive και Efoudi.
Με αυτά και με αυτά, τα χρόνια πέρασαν. Το μενού άλλαξε, προστέθηκε το κοτόπουλο και το Gordon blue, όπως και πολλές σαλάτες, οι ταπετσαρίες έγιναν μπογιά σε «καλό» τοίχο, οι μουσαμάδες έγιναν πλακάκια, τα ποντικάκια δεν υπάρχουν πια, αλλά μία γάτα μας επισκέπτεται συχνά, τα μηχανήματα εκσυγχρονίστηκαν (λίγο, γιατί μας αρέσει η παράδοση και η γεύση που δίνει το κάρβουνο), τα πιάτα πλένονται σε επαγγελματικό πλυντήριο, οι πατάτες αγοράζονται προτηγανισμένες, ενώ οι πελάτες εξακολουθούν να είναι… «κάθε καρυδιάς, καρύδι»!
Μπορεί από τότε μέχρι τώρα να αλλάξαμε κι εμείς σαν οικογένεια, να «χάσαμε» τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, να «αποκτήσαμε» μια νύφη (που είναι σαν αδελφή για εμένα και κόρη για τους γονείς μου), να έμαθα να δουλεύω κι εγώ, να γέρασαν οι γονείς μου, αλλά πέρα από τη μουσική που έμεινε η ίδια, ελληνική ρεμπέτικη και λαϊκή, σίγουρα δεν άλλαξε και κάτι άλλο: το μεράκι, το χαμόγελο, η καλή καρδιά και η ακόμη καλύτερη γεύση και η αναζήτησή της!
Κάπου μέσα σε αυτά τα χρόνια, μέσα στα χαμόγελα και τις γευστικές αναζητήσεις, έγινε και κάτι άσχημο : ο πατέρας μου, ο Γιώτης, «έχασε» τα νεφρά του. Τα βάρη που σήκωνε κάθε μέρα, το άγχος της δουλειάς και της ίδιας της ζωής, οι άπειρες ώρες εργασίας (15 ώρες καθημερινά, από Δευτέρα ως Σάββατο , αλλά τα τελευταία χρόνια από Δευτέρα ως Παρασκευή), η καθημερινή κατανάλωση κρέατος (ε, μη μου πεις ότι δεν πάει… η φασολάδα με τον γύρο!?) τον οδήγησαν αρχικά στη νόσο των βασιλιάδων (ως άλλος βασιλιάς… του γύρου!) και μετέπειτα στη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.
Σύμφωνα με τους νόμους τους κράτους μας, ο Γιώτης δεν μπορεί να πάρει αναπηρική σύνταξη γιατί έχει αναπηρία 3% παραπάνω από το όριο (έλεος!), οπότε το σουβλατζίδικο παραμένει ανοιχτό μέχρι να έρθει η μέρα της συνταξιοδότησής του. Ίσως αυτή να είναι και η αφορμή αυτού του κειμένου : άρχισε η αντίστροφη μέτρηση! Σύσσωμη η οικογένεια μου, ελπίζουμε ότι του χρόνου, τέτοια μέρα, το σουβλατζίδικο θα έχει κλείσει ή θα έχει αλλάξει χέρια ιδιοκτήτη ή… δεν ξέρω τι άλλο, αλλά όλοι μας ελπίζουμε πως του χρόνου τέτοια μέρα, θα γράφω πως
«ΚΛΕΙΣΑΜΕ… ΚΑΙ ΔΕΝ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ!».
Αν και πέρυσι ήμουν φαντάρος, νομίζω πως αυτή η αντίστροφη μέτρηση, μου φαίνεται πιο «βαριά». Όχι γιατί δεν μου αρέσει η συγκεκριμένη δουλειά, αλλά γιατί θέλω επιτέλους να ακούσω τους γονείς μου να λένε πως ξεκουράστηκαν! Άλλωστε, γι’ αυτό και προσπαθώ να βοηθήσω όσο μπορώ. Από ανάγκη για δουλειά, λες? Όχι! Από συνήθεια? Μπα! Από σεβασμό για το «μαγαζί μας», το σουβλατζίδικο που «έβγαζε» τόσα, ώστε να σπουδάσω και να γίνω γιατρός? Εννοείται! Από αγάπη για τους γονείς μου? Φυσικά!
Μιας και μένουν 300 και κάτι μέρες, όσοι έχετε όρεξη και διάθεση, περάστε μια βόλτα από το «μαγαζί μας». Θα σας περιμένουμε με ζεστά πιάτα και ακόμα πιο ζεστά χαμόγελα!
Grill Giotis, Φιλήμονος Δραγούμη 8, Παραπλεύρως Διοικητηρίου
RESPECT!!!
Υ.Γ. : Απόψε ήταν η πρώτη φορά που διάβασα κάποιο από τα κείμενά μου στους γονείς μου και χάρηκα πολύ και με την "έγκρισή" τους, αλλά και με τα βουρκωμένα μάτια τους! Για άλλη μία φορά

