Κυριακή μεσημέρι και παρ’ όλη τη ζέστη, δεν πήγα για μπάνιο. Ακυρώθηκε από την παρέα, μετά από δύο ποτά, χθες το βράδυ. Δεν πειράζει, έχω συνηθίσει την μοναχική «κλεισούρα» του σπιτιού τις Κυριακές και ίσως να μου αρέσει κιόλας.
Σπίτι λοιπόν, μόνος, παρέα με ένα παγωμένο, σπιτικό freddo cappuccino, μπροστά σε pc και tv. Στο pc, τα blogs και τα msnοπαράθυρα, δίνουν και παίρνουν. Στην TV… θα σας πω σε λίγο…
Μέσα στις κουβεντούλες του msn, γίνεται και η ανταλλαγή τραγουδιών με την φίλη μου Αθηνά (και πόσο με εκπλήσσεις τώρα τελευταία και πόσο σε ευχαριστώ για αυτό το απίστευτο cd, που τα σπάει) και μία συζήτηση με μία άλλη φίλη, για την οποία επιτρέψτε μου να μην πω τίποτα. Αν θέλει, ας αποκαλυφθεί μόνη της!!!
Κουβεντούλα με την φίλη και δεν αργούμε να αναφερθούμε στις σχέσεις αντρών και γυναικών (ε, ναι, λοιπόν, είμαι ένας «πόρνος») και στο πώς και πόσο έχουν αλλάξει οι άντρες και οι γυναίκες. Από «τότε» μέχρι σήμερα… από πότε, απορείτε?
Η φίλη κάποια στιγμή έπρεπε να φύγει και με χαιρετάει. Σχεδόν συγχρόνως, αρχίζει στην TV… ε, ακόμα δεν καταλάβατε? Η ελληνική ταινία «Επιχείρησις Απόλλων», του 1968, μία ελληνο-σουηδική συμπαραγωγή, με πρωταγωνιστές τον Thomas Fritsch και την αξέχαστη, ανεπανάληπτη και πανέμορφη Έλενα Ναθαναήλ. Τώρα θα μου πείτε… και πού κολλάει η φίλη με την ταινία? Κολλάει… και παρακολλάει!!!
Η κουβεντούλα με την φίλη, μας οδήγησε λίγο πολύ στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο. Όχι τόσο παλιό, όσο η ταινία που είδα, αλλά στις βιντεοκασέτες της δεκαετίας του 80. Στις γνωστές «ρόδα, τσάντα και κοπάνα», «έλα να αγαπηθούμε, darling», «βασικά, καλησπέρα σας» και άλλες πολλές. Σε εκείνες τις ταινίες που παρουσίαζαν τους γνήσιους άντρες, να κάνουν καμάκι σε αληθινές γυναίκες. Άντρες με @ρχίδια, όπως λέει η φίλη μου. Γυναίκες που ξέρουν ότι τα @ρχίδια ανήκουν στους άντρες και μόνο, όπως λέω εγώ…
Μία τέτοια γυναίκα με τράβηξε να δω την ταινία. Η Έλενα Ναθαναήλ. Μία από τις «απόλυτες» Ελληνίδες γυναίκες, με απίστευτο ταλέντο, ωραίο πρόσωπο και άδοξο τέλος. «Χτυπημένη» από καρκίνο του πνεύμονα, έφυγε από κοντά μας στις 4 Μαρτίου του 2008. Ας είναι καλά, εκεί ψηλά…
Στην ταινία «Επιχείρησις Απόλλων», αναδεικνύεται η ελληνική φύση, η ελληνική ιστορία και τα αρχαία μας, αλλά και η γνησιότητα των ανθρώπων. Πρωταγωνιστικό ρόλο σε έναν ξένο που κάνει επίμονο καμάκι, κυνηγάει και τελικά «ρίχνει» την πρωταγωνίστρια, μία γυναίκα με καλή καρδιά, συγκρατημένο χαρακτήρα και θηλυκότητα που ξεχειλίζει από τα καταπληκτικά της μάτια. Ένας γνήσιος άντρας και μια αληθινή γυναίκα, δηλαδή. Τουλάχιστον, έτσι όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι.
Πού πήγαν όλα αυτά σήμερα? Όλα, όμως! Τι απέγινε η ιστορία μας? Πού είναι τα αρχαία μας? Γιατί καμία ταινία δεν τα εξυμνεί πλέον? Γιατί κανένας κρατικός οργανισμός δεν ασχολείται με αυτό ή τουλάχιστον με την συντήρησή τους? Πριν προλάβετε να μου πείτε «μα, όχι, δεν τα λες σωστά, υπάρχει το ΤΑΔΕ τμήμα του ΤΑΔΕ υπουργείου», να σας πω κάτι που με έκανε και ντράπηκα πολύ που είμαι Έλληνας.
Πέρυσι το καλοκαίρι, κάποιοι Σέρβοι συμφοιτητές μου, σκέφτηκαν να συνδυάσουν τις διακοπές τους με μια επίσκεψη «σταθμό» για την αρχή της καριέρας τους, όπως μου είπαν. Γιατροί γαρ, «φρέσκοι» κιόλας, τί καλύτερο από το να δώσουν τον όρκο του Ιπποκράτη στη γενέτειρά του, την Κω, ακριβώς πριν αρχίσουν την σταδιοδρομία τους. Το ταξίδι τους κανονίστηκε, πήγαν στην Κω (δυστυχώς, εγώ δεν μπόρεσα να πάω μαζί τους), ανέβηκαν σε ένα λόφο, στον αρχαιολογικό χώρο όπου υποτίθεται ότι ζούσε και δίδασκε ο Ιπποκράτης και… τί να δούνε? Πριν καλά καλά φτάσουν, τους γέμισαν απορία οι πινακίδες στο δρόμο «NO FOOD AND WATER FOR 20 KM». Όταν έφτασαν εκεί, αντίκρισαν… «κάτι πέτρες πεταμένες εδώ και εκεί, μέσα σε χόρτα ύψους μέχρι και ενός μέτρου και το μοναδικό που είχε φροντίσει να κάνει η ελληνική κυβέρνηση ήταν να βάλει ταμπελίτσες που έγραφαν «BEWARE OF THE SNAKES». Ντροπή!» όπως χαρακτηριστικά μου είπε ένας από τους συμφοιτητές… Ούτε ένας αρμόδιος άνθρωπος εκεί, να τους πει δυο κουβέντες και να προσέχει μπας και κάποιος αρχαιοκάπηλος κλέψει αυτές τις «πέτρες». Ούτε ένα κυλικείο, μια καντίνα, να πουλάει ένα μπουκαλάκι νερό ή ένα αναψυκτικό σε όποιον άμοιρο τουρίστα έκανε το λάθος να επισκεφτεί τον αρχαιολογικό αυτό χώρο (σαν δεν ντρέπεται λίγο… :P). Και συνεχίζω…
Τί έγινε με τις γυναίκες? Τί έγινε με εμάς, τους άντρες? Τώρα τελευταία, έχουν σφηνωθεί στο μυαλό μου τα λόγια ενός καθηγητή Νευρολογίας. Σεμινάριο για την υγεία και την προληπτική Ιατρική, αμφιθέατρο με 300 άτομα, όπου οι άντρες ήμασταν μόνο πέντε. Ο καθηγητής ρωτάει τις γυναίκες, αν ήθελαν την ισότητα και εκείνες φυσικά απαντούν ομόφωνα «ΝΑΙ». Ο καθηγητής ίσως να ξέχασε λίγο το καθηγητηλίκι του και να θυμήθηκε ότι είναι άνθρωπος και μάλιστα άντρας και φώναξε δυνατά «Ε, σκατά τα κάνατε… σκατά να φάτε τότε»!!!
Εξηγώ : ίσως να μην είναι στην ανθρώπινη φύση να κρατήσει την όποια ισορροπία. Η φύση το κάνει αυτό, ο άνθρωπος μάλλον όχι. Οπότε, όσο πιο πολύ «κέρδιζαν» οι γυναίκες, τόσο πιο πολύ «έχαναν» οι άντρες. Δεν είμαι κατά της ισότητας αντρών και γυναικών, μη με παρεξηγήσετε. Είμαστε όλοι άνθρωποι και για εμένα αυτό έχει σημασία. Το θέμα όμως, είναι ότι οι άντρες σιγά σιγά «χαλαρώσαμε», γιατί βλέπαμε ότι οι γυναίκες σιγά σιγά «έσφιγγαν», γίνονταν πιο δυνατές και πιο σκληρές… και εμείς πιο μαλακοί και πιο μ@λάκες...
Και τώρα? Πρέπει να καθίσουμε και να ξαναδούμε ταινίες όπως «τα καμάκια» για να θυμηθούμε πώς ο άντρας έριχνε μια γυναίκα? Μήπως όμως, μαζί μας πρέπει να δείτε και εσείς οι γυναίκες αυτές τις ταινίες? Μήπως πρέπει να τα ξανασκεφτούμε όλοι και όλα μαζί και να αναθεωρήσουμε? Απλά και μόνο, γιατί, μικρή μου, όταν μου στέλνεις σφηνάκι και μου κλείνεις το μάτι, με χάνεις. Είσαι το θηλυκό κι εγώ το αρσενικό. Εγώ θα κάνω την κίνησή μου. Εσύ θα κάνεις τα νάζια σου. Κι εγώ με τη σειρά μου θα ξανακάνω κίνηση. Και θα σε κυνηγήσω και θα σε αρπάξω με τα χέρια του θύτη και θα σε δαγκώσω με τα δόντια του αρπακτικού… Αν κάνεις εσύ την πρώτη κίνηση, είναι σαν να μου στέλνεις τα @ρχίδια μου μέσα στο σφηνάκι… Ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω!!!
Καλή εβδομάδα σε όλους και σας αφήνω με ένα τραγουδάκι, απόσπασμα από την ταινία
(στο youtube θα βρείτε αποσπάσματα από την ταινία και ως ""A Wonderful Tour Guide and The Prince")
Υ.Γ. : Σε κανένα σημείο, δεν εννοώ ούτε υπονοώ τους gay, άντρες ή γυναίκες. Μιλάω για όλους εμάς, τους υπόλοιπους, που «καμωνόμαστε» πως είμαστε «καθαροί» άντρες ή γυναίκες, αλλά στην ουσία είμαστε πιο «ακάθαρτοι» από τους «βρώμικους» κατά τα άλλα, ομοφυλόφιλους…
Ας θυμηθούμε πώς είναι να ΞΕΡΕΙΣ τι είσαι, να ξέρεις ότι έχεις @ρχίδια ή να γνωρίζεις ότι ΔΕΝ πρέπει να έχεις και μετά… ας ευχηθούμε ΚΑΛΑ ΣΤΕΦΑΝΑ, σε straight και μη!!!
Κυριακή 29 Ιουνίου 2008
Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008
Οι «πόρνες»
Το βράδυ της Τρίτης αναγκάστηκα να παρακολουθήσω ένα μέρος του διαγωνισμού Playmate 2008 ( ε, «αναγκάστηκα») , καθώς δούλευα στο σουβλατζίδικο και κάποιοι πελάτες προτίμησαν τον διαγωνισμό «ομορφιάς» από το ποδόσφαιρο ή οποιαδήποτε άλλη τηλεοπτική εκπομπή (thank, God) .
Για τον διαγωνισμό και τις υποψήφιες δεν θα πω τίποτε άλλο παρά μόνο αυτό: «πολύ πλαστικό». Βλέποντας τις κοπέλες, έλεγα στους πελάτες (και υποθέτω πως τους εκνεύριζα) : «με 8000 ευρώ, μπορώ να σε κάνω κι εσένα έτσι»! Λες και είμαι ο Nip Tuck ο ίδιος! Οι λέξεις και οι σκέψεις μου, μου θύμισαν μια παλιά «φίλη» και ένα σημειωματάριο…
Μόλις επέστρεψα σπίτι, πήρα στα χέρια μου το σημειωματάριο που μου είχε χαρίσει εκείνη η «φίλη» μου για να γράφω ό,τι με απασχολεί (και όχι μόνο). Σελίδες κενές, χωρίς γραμμές, γεμάτες με μολυβένια γράμματα (δεν ξέρω γιατί, αλλά σπάνια έγραφα με στυλό σε αυτό το σημειωματάριο). Φυσικά, με τέτοιο εξώφυλλο, εύκολα καταλαβαίνει κανείς το περιεχόμενο του σημειωματάριου…

Κάπου εκεί μέσα, βρήκα και αυτές τις σκέψεις – αποφάσεις για τις «πόρνες» :
«Παίξε, ασχολήσου και πέρνα καλά μαζί τους, αλλά μην τις ερωτεύεσαι και κυρίως, ΜΗΝ ΤΙΣ ΑΓΑΠΑΣ». Και πόσο δίκαιο είχα τότε… και πόσο πολύ με χαροποίησε αυτή η συμπτωματική υπενθύμιση…
Τώρα τελευταία λες και κάτι συμβαίνει και γνωρίζω τη μια «πόρνη» μετά την άλλη. Όπα, διευκρίνιση : δεν εννοώ τις πόρνες που «πουλάνε» έρωτα, αλλά τις άλλες, αυτές που ζουν ανάμεσα μας, τις «κοπέλες της διπλανής πόρτας», αυτές που γνωρίζεις κάπου τυχαία και για τις οποίες ακούς και δυο – τρεις καλές κουβέντες από κοινούς γνωστούς. Αυτές που συχνά τις αναφέρω σαν «φίλες». Αυτές με τις οποίες αν είσαι τυχερός, ζεις μια περιπετειούλα μόνο… αν είσαι άτυχος, τις αγαπάς σφοδρά!!!
Χρόνια τώρα, οι «πόρνες», οι «φίλες» είναι κάτι σαν ένα αναγκαίο κακό ή μια κακή συνήθεια για μένα. Όχι ότι ποτέ έψαχνα να βρω κανένα «παλιομοδίτικο», «αναχρονιστικό» θηλυκό. Συνήθως όμως, «έπεφτα» σε τέτοιες γυναίκες, «πόρνες», που εύκολα γινόντουσαν «φίλες» μου…
Ίσως να ταίριαζα καλύτερα με αυτές τις «φίλες». Ίσως να νόμιζα πως είναι έτσι, αν και ήξερα πως είμαστε σαν την πεντάμορφη και το τέρας . Ίσως και γι’ αυτό, τις περισσότερες φορές, να έβαζα εγώ το τέλος. Ακόμα και αν πονούσα, ακόμα και αν έμενα μόνος με έναν τεράστιο όγκο λύπης να σκέφτομαι πόσο τους πήγαιναν τα ροζ εσώρουχα… Προφανώς, αυτά τα «εσώρουχα» ήταν ο λόγος που πάντα χαιρόμουν όταν μετά από καιρό ξαναμιλούσαμε και απαντούσα με ένα βιαστικό «ΝΑΙ, ΠΟΛΥ» στην ερώτησή τους «σου έλειψα καθόλου?». Ίσως απλά να ήταν η απορία μου που με οδηγούσε πάλι στις ίδιες περιπέτειες : «το sex με έναν άνθρωπο, αλλάζει, αν ξανά έχεις επαφή μαζί του(της) μετά από καιρό?».
Το άσχημο σε αυτές τις ιστορίες, είναι ότι συνήθως κατέληγα να κάθομαι με τα ποτά μου και τους αλκοολικούς μου φίλους και να τραγουδάμε, ενώ στο μυαλό μου ήταν κολλημένος εκείνος ο πρώτος οργασμός που είχα χαρίσει σε κάποια από αυτές τις «φίλες».
Μετά από αρκετές τέτοιες «φίλες» και περιπετειώδεις ιστορίες, νομίζω πως ήρθε τελικά η ώρα μου. Τώρα πια, δεν επιτρέπω σε καμία «φίλη» να με χρησιμοποιεί σαν δονητή που λειτουργεί με κέρματα. Τώρα, αναζητώ τον αληθινό έρωτα και ποιος ξέρει? Ίσως να τον έχω βρει ήδη!!!
Για τον διαγωνισμό και τις υποψήφιες δεν θα πω τίποτε άλλο παρά μόνο αυτό: «πολύ πλαστικό». Βλέποντας τις κοπέλες, έλεγα στους πελάτες (και υποθέτω πως τους εκνεύριζα) : «με 8000 ευρώ, μπορώ να σε κάνω κι εσένα έτσι»! Λες και είμαι ο Nip Tuck ο ίδιος! Οι λέξεις και οι σκέψεις μου, μου θύμισαν μια παλιά «φίλη» και ένα σημειωματάριο…
Μόλις επέστρεψα σπίτι, πήρα στα χέρια μου το σημειωματάριο που μου είχε χαρίσει εκείνη η «φίλη» μου για να γράφω ό,τι με απασχολεί (και όχι μόνο). Σελίδες κενές, χωρίς γραμμές, γεμάτες με μολυβένια γράμματα (δεν ξέρω γιατί, αλλά σπάνια έγραφα με στυλό σε αυτό το σημειωματάριο). Φυσικά, με τέτοιο εξώφυλλο, εύκολα καταλαβαίνει κανείς το περιεχόμενο του σημειωματάριου…

Κάπου εκεί μέσα, βρήκα και αυτές τις σκέψεις – αποφάσεις για τις «πόρνες» :
Τώρα τελευταία λες και κάτι συμβαίνει και γνωρίζω τη μια «πόρνη» μετά την άλλη. Όπα, διευκρίνιση : δεν εννοώ τις πόρνες που «πουλάνε» έρωτα, αλλά τις άλλες, αυτές που ζουν ανάμεσα μας, τις «κοπέλες της διπλανής πόρτας», αυτές που γνωρίζεις κάπου τυχαία και για τις οποίες ακούς και δυο – τρεις καλές κουβέντες από κοινούς γνωστούς. Αυτές που συχνά τις αναφέρω σαν «φίλες». Αυτές με τις οποίες αν είσαι τυχερός, ζεις μια περιπετειούλα μόνο… αν είσαι άτυχος, τις αγαπάς σφοδρά!!!
Χρόνια τώρα, οι «πόρνες», οι «φίλες» είναι κάτι σαν ένα αναγκαίο κακό ή μια κακή συνήθεια για μένα. Όχι ότι ποτέ έψαχνα να βρω κανένα «παλιομοδίτικο», «αναχρονιστικό» θηλυκό. Συνήθως όμως, «έπεφτα» σε τέτοιες γυναίκες, «πόρνες», που εύκολα γινόντουσαν «φίλες» μου…
Ίσως να ταίριαζα καλύτερα με αυτές τις «φίλες». Ίσως να νόμιζα πως είναι έτσι, αν και ήξερα πως είμαστε σαν την πεντάμορφη και το τέρας . Ίσως και γι’ αυτό, τις περισσότερες φορές, να έβαζα εγώ το τέλος. Ακόμα και αν πονούσα, ακόμα και αν έμενα μόνος με έναν τεράστιο όγκο λύπης να σκέφτομαι πόσο τους πήγαιναν τα ροζ εσώρουχα… Προφανώς, αυτά τα «εσώρουχα» ήταν ο λόγος που πάντα χαιρόμουν όταν μετά από καιρό ξαναμιλούσαμε και απαντούσα με ένα βιαστικό «ΝΑΙ, ΠΟΛΥ» στην ερώτησή τους «σου έλειψα καθόλου?». Ίσως απλά να ήταν η απορία μου που με οδηγούσε πάλι στις ίδιες περιπέτειες : «το sex με έναν άνθρωπο, αλλάζει, αν ξανά έχεις επαφή μαζί του(της) μετά από καιρό?».
Το άσχημο σε αυτές τις ιστορίες, είναι ότι συνήθως κατέληγα να κάθομαι με τα ποτά μου και τους αλκοολικούς μου φίλους και να τραγουδάμε, ενώ στο μυαλό μου ήταν κολλημένος εκείνος ο πρώτος οργασμός που είχα χαρίσει σε κάποια από αυτές τις «φίλες».
Μετά από αρκετές τέτοιες «φίλες» και περιπετειώδεις ιστορίες, νομίζω πως ήρθε τελικά η ώρα μου. Τώρα πια, δεν επιτρέπω σε καμία «φίλη» να με χρησιμοποιεί σαν δονητή που λειτουργεί με κέρματα. Τώρα, αναζητώ τον αληθινό έρωτα και ποιος ξέρει? Ίσως να τον έχω βρει ήδη!!!
Υ.Γ. : Το «ροζ» αυτό κείμενο (καλά, δεν είναι και η ιστορία της Ο) είναι ψεύτικο στο μεγαλύτερο ποσοστό του και εμπνευσμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου από την δισκογραφία των Dresden Dolls, που πριν λίγες μέρες έπεσε στα χέρια μου.
Όπως λένε τα μέλη του συγκροτήματος, η μουσική τους είναι επηρεασμένη από τη μουσική των γερμανικών καμπαρέ του μεσοπολέμου… οπότε φαντάζομαι πως δεν θα έχουν πρόβλημα να επενδύσουν μουσικά το κειμενάκι μου για τις «πόρνες»!
Ακούστε τα 17 κομμάτια (χα… 17… κι άλλη σύμπτωση, από άλλο σημειωματάριο), enjoy και καλή σας μέρα!!!
Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008
437 χιλιόμετρα
Τόσα έπρεπε να διασχίσει ο καλός μου φίλος, Σέρβος Darko (κατά το Donnie Darko, χεχε) από το σπίτι του στο Νiš της Σερβίας, μέχρι το σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη!!!
Ο τόπος συνάντησής μας είχε καθοριστεί χρόνια πριν. Είχαμε συμφωνήσει πως όταν κάποτε έρθει με το δικό του αυτοκίνητο, θα συναντηθούμε στο σιδηροδρομικό σταθμό. Έτσι και έγινε. Μόνο που ως κλασσικός Dr Pako, άργησα να πάω. «Ωραία υποδοχή», είπα μόλις έφτασα. «Κόψε τις χαζομάρες! Μεταξύ μας, υποδοχή και σοβαρότητα? Έλεος!!!» μου απάντησε, θυμίζοντας μου την ειλικρινή φιλία μας…
Οι τέσσερις μέρες που περάσαμε μαζί ήταν γεμάτες κουβεντούλα, συζητήσεις, νέα και (γιατί να το κρύψω?) κουτσομπολιά. Βλέπεις, ο Darko ήταν ο Σέρβος κολλητός μου κατά τα τελευταία φοιτητικά μας χρόνια και περνούσαμε πολλές ώρες μαζί.
Το πρωί με την τσίμπλα στο μάτι, συναντιόμασταν στη σχολή, όπου εγώ συνήθως αργούσα και ο Darko με κάλυπτε, για να μην «φορτωθώ» απουσία. Στα διαλείμματα μοιραζόμασταν τις σοκολάτες, τα μπισκότα και τα γαριδάκια που τρώγαμε για πρωινό, κάνοντας και τα πρώτα τσιγάρα της ημέρας (και ως φοιτητές ιατρικής, σχολιάζαμε πόσο κακή είναι η διατροφή μας).
Μετά το μάθημα, ο καφές μας έβρισκε σχεδόν πάντα μαζί, στο φοιτητικό καφέ (το Σέρβικο, μιας κι εγώ απέφευγα το ελληνικό), μόνους ή περιτριγυρισμένους με όμορφες Σερβίδες και ματιές που υπονοούσαν ποιά μου ή του αρέσει και με ποιά παίζεται κάτι κρυφά (χωρίς σχόλια, please).
Το διάβασμα έβρισκε τον καθένα σπίτι του, μιας κι εγώ δεν ανέχομαι ούτε τον εαυτό μου όταν είμαι αγχωμένος. Υπήρχαν όμως φορές, που κάναμε μαζί κάποια εργασία ή συγκρίναμε τις σημειώσεις μας, ειδικά όταν πλησίαζε η εξεταστική. Κάποιες φορές, η ώρα περνούσε τόσο ευχάριστα, με διάβασμα, γέλια και κουβεντούλα, που καταλήγαμε να τρώμε κάτι και να κοιμόμαστε στο ίδιο σπίτι. Ήταν σχεδόν κλασσική η κατάσταση : τηγανητές μπανάνες με σιρόπι σοκολάτας όταν κοιμόμασταν στο σπίτι του Darko, γλυκές ή αλμυρές «υπέρογκες» κρέπες όταν κοιμόμασταν σπίτι μου.
Τα βράδια που τριγυρνούσαμε έξω, σε κάποιο barάκι του Νiš, σπάνια μας έβρισκαν μαζί. Άλλα γούστα, άλλες προτιμήσεις, ίσως και άλλες παρέες, κάποιες νύχτες. Πάντα όμως, βρίσκαμε χρόνο να πιούμε ένα ποτό ή έναν βραδινό καφέ. Έναν τέτοιο καφέ ήπιαμε και το βράδυ της Παρασκευής, στο αγαπημένο μου Bliss. Έτσι, για το «καλώς ήρθες» και για να δει το καφέ bar που όλο λέω πως θα επισκέπτομαι πιο συχνά και όλο δεν βρίσκω χρόνο να το κάνω...
Το Σάββατο κάναμε βόλτα στην αγορά και ήπιαμε καφέ κοιτώντας την θάλασσα, χωρίς να λέμε τίποτα. Είναι εκείνη η σιωπή που χρειάζεται κανείς, για να νιώσει πως είναι δίπλα του ο κολλητός του, τον νιώθει, ξέρει πως σύντομα δεν θα είναι μαζί, κι όμως αφήνει τον χρόνο, έστω και για λίγο, να κυλήσει έτσι, αθόρυβα.
Η σιωπή του καφέ, αντικαταστήθηκε από πολύ πάρλα στο σπίτι, πολλές φωτογραφίες και πολλές αναμνήσεις! Η συγκίνηση? Τεράστια! Τα γέλια? Ατελείωτα!!!
«Τι κάνουν οι δικοί σου?» με είχε ρωτήσει κάποτε μία συμφοιτήτρια. «Είναι χωριάτες», απάντησα, με τα λίγα Σέρβικα που ήξερα τότε, νομίζοντας πως με ρωτάει από πού είναι οι γονείς μου. Έχουν περάσει εννιά χρόνια από εκείνη τη μέρα, αλλά συνεχίζουμε να γελάμε κάθε φορά που θυμόμαστε το σκηνικό. Όπως κάναμε και την Κυριακή...
Η συνάντησή μας φυσικά δεν μπορούσε να μην έχει και νυχτερινές βόλτες και ποτάκια, έστω χαλαρά. Δύο ποτάκια στα «κοτέτσια» της Αριστοτέλους, μετά από επιμονή του Darko και άλλα δύο στον Κέδρινο Λόφο, μετά από δική μου επιθυμία να δείξω στον Darko την αγαπημένη μου πόλη από ψηλά. Και οι κουβεντούλες μας να συνεχίζονται!!!
«Η κατάσταση στη Σερβία έχει αλλάξει. Δεν είμαστε πλέον, όπως μας θυμάσαι. Ζούμε καλύτερα, προοδεύουμε, αναπτυσσόμαστε» μου είπε ο καλός μου φίλος, επιβεβαιώνοντας αυτό που δέκα χρόνια πριν είχε πει ο μπαμπάς μου «Διάβαζε, γιε μου, να τελειώνεις, να φεύγεις από εδώ. Όχι γιατί δεν είναι καλά ή γιατί δεν θα περάσεις καλά. Αλλά γιατί θα έρθει η στιγμή που η οικονομία της Σερβίας θα είναι καλύτερη από τη δική μας… και τότε, καήκαμε!». Από ό,τι βλέπω, έτσι τείνουν να γίνουν τα πράγματα, αν δεν έχουν γίνει ήδη!!!
Μετά από αυτές τις τέσσερις γεμάτες μέρες, θυμήθηκα πολλά, γέλασα πολύ, λησμόνησα ακόμη περισσότερα, αλλά κυρίως... χαλάρωσα. Πήρα λίγη από την αύρα που με χαρακτήριζε όσο ζούσα στη Σερβία και σπούδαζα. Ίσως κάποια στιγμή να ξέσπασα κιόλας, να έβγαλα όλα τα νεύρα που έχω μαζέψει μέσα μου τα τελευταία δύο χρόνια που ζω στην Ελλάδα. Λογομάχησα λίγο με τον Darko. Η στάση και η αντίδρασή του, καταπληκτική, με λόγια που με άφησαν άφωνο «Αδερφέ μου… μήπως η Ελλάδα σου κάνει κακό? Έχεις κακία μέσα σου, που δεν είχες ποτέ… αλλά πες ό,τι θέλεις… αν δεν τα ακούσω εγώ, που είμαι φίλος σου, τότε ποιος? Ξέσπασε, βγάλ’τα από μέσα σου…». Και ηρέμησα. Και θυμήθηκα πόσο χαλαρός και απλός ήμουν πριν δύο χρόνια. Και (ξανά)συνειδητοποίησα πως έχω καλούς φίλους και οφείλω να τους φέρομαι σωστά... ανθρώπινα... Και πήρα κάποιες αποφάσεις, που ελπίζω πως θα με κάνουν καλύτερο άνθρωπο... ή τουλάχιστον, τόσο καλό, όπως ήμουν στη Σερβία!!!
Εις το επανιδείν, λοιπόν, καλέ μου φίλε Darko... και Σερβία... довиђења (do viđenja)... ћао (ćao)...
Υ.Γ. : Μουσικές δεν ακούσαμε πολλές, μιας και τα λέγαμε συνέχεια... Ακούσαμε όμως George Michael από την dj Μάτα (έλεος!!!) και αυτό, που το βρήκα στα 45ρια δισκάκια του μπαμπά μου!!!
Ο τόπος συνάντησής μας είχε καθοριστεί χρόνια πριν. Είχαμε συμφωνήσει πως όταν κάποτε έρθει με το δικό του αυτοκίνητο, θα συναντηθούμε στο σιδηροδρομικό σταθμό. Έτσι και έγινε. Μόνο που ως κλασσικός Dr Pako, άργησα να πάω. «Ωραία υποδοχή», είπα μόλις έφτασα. «Κόψε τις χαζομάρες! Μεταξύ μας, υποδοχή και σοβαρότητα? Έλεος!!!» μου απάντησε, θυμίζοντας μου την ειλικρινή φιλία μας…
Οι τέσσερις μέρες που περάσαμε μαζί ήταν γεμάτες κουβεντούλα, συζητήσεις, νέα και (γιατί να το κρύψω?) κουτσομπολιά. Βλέπεις, ο Darko ήταν ο Σέρβος κολλητός μου κατά τα τελευταία φοιτητικά μας χρόνια και περνούσαμε πολλές ώρες μαζί.
Το πρωί με την τσίμπλα στο μάτι, συναντιόμασταν στη σχολή, όπου εγώ συνήθως αργούσα και ο Darko με κάλυπτε, για να μην «φορτωθώ» απουσία. Στα διαλείμματα μοιραζόμασταν τις σοκολάτες, τα μπισκότα και τα γαριδάκια που τρώγαμε για πρωινό, κάνοντας και τα πρώτα τσιγάρα της ημέρας (και ως φοιτητές ιατρικής, σχολιάζαμε πόσο κακή είναι η διατροφή μας).
Μετά το μάθημα, ο καφές μας έβρισκε σχεδόν πάντα μαζί, στο φοιτητικό καφέ (το Σέρβικο, μιας κι εγώ απέφευγα το ελληνικό), μόνους ή περιτριγυρισμένους με όμορφες Σερβίδες και ματιές που υπονοούσαν ποιά μου ή του αρέσει και με ποιά παίζεται κάτι κρυφά (χωρίς σχόλια, please).
Το διάβασμα έβρισκε τον καθένα σπίτι του, μιας κι εγώ δεν ανέχομαι ούτε τον εαυτό μου όταν είμαι αγχωμένος. Υπήρχαν όμως φορές, που κάναμε μαζί κάποια εργασία ή συγκρίναμε τις σημειώσεις μας, ειδικά όταν πλησίαζε η εξεταστική. Κάποιες φορές, η ώρα περνούσε τόσο ευχάριστα, με διάβασμα, γέλια και κουβεντούλα, που καταλήγαμε να τρώμε κάτι και να κοιμόμαστε στο ίδιο σπίτι. Ήταν σχεδόν κλασσική η κατάσταση : τηγανητές μπανάνες με σιρόπι σοκολάτας όταν κοιμόμασταν στο σπίτι του Darko, γλυκές ή αλμυρές «υπέρογκες» κρέπες όταν κοιμόμασταν σπίτι μου.
Τα βράδια που τριγυρνούσαμε έξω, σε κάποιο barάκι του Νiš, σπάνια μας έβρισκαν μαζί. Άλλα γούστα, άλλες προτιμήσεις, ίσως και άλλες παρέες, κάποιες νύχτες. Πάντα όμως, βρίσκαμε χρόνο να πιούμε ένα ποτό ή έναν βραδινό καφέ. Έναν τέτοιο καφέ ήπιαμε και το βράδυ της Παρασκευής, στο αγαπημένο μου Bliss. Έτσι, για το «καλώς ήρθες» και για να δει το καφέ bar που όλο λέω πως θα επισκέπτομαι πιο συχνά και όλο δεν βρίσκω χρόνο να το κάνω...
Το Σάββατο κάναμε βόλτα στην αγορά και ήπιαμε καφέ κοιτώντας την θάλασσα, χωρίς να λέμε τίποτα. Είναι εκείνη η σιωπή που χρειάζεται κανείς, για να νιώσει πως είναι δίπλα του ο κολλητός του, τον νιώθει, ξέρει πως σύντομα δεν θα είναι μαζί, κι όμως αφήνει τον χρόνο, έστω και για λίγο, να κυλήσει έτσι, αθόρυβα.
Η σιωπή του καφέ, αντικαταστήθηκε από πολύ πάρλα στο σπίτι, πολλές φωτογραφίες και πολλές αναμνήσεις! Η συγκίνηση? Τεράστια! Τα γέλια? Ατελείωτα!!!
«Τι κάνουν οι δικοί σου?» με είχε ρωτήσει κάποτε μία συμφοιτήτρια. «Είναι χωριάτες», απάντησα, με τα λίγα Σέρβικα που ήξερα τότε, νομίζοντας πως με ρωτάει από πού είναι οι γονείς μου. Έχουν περάσει εννιά χρόνια από εκείνη τη μέρα, αλλά συνεχίζουμε να γελάμε κάθε φορά που θυμόμαστε το σκηνικό. Όπως κάναμε και την Κυριακή...
Η συνάντησή μας φυσικά δεν μπορούσε να μην έχει και νυχτερινές βόλτες και ποτάκια, έστω χαλαρά. Δύο ποτάκια στα «κοτέτσια» της Αριστοτέλους, μετά από επιμονή του Darko και άλλα δύο στον Κέδρινο Λόφο, μετά από δική μου επιθυμία να δείξω στον Darko την αγαπημένη μου πόλη από ψηλά. Και οι κουβεντούλες μας να συνεχίζονται!!!
«Η κατάσταση στη Σερβία έχει αλλάξει. Δεν είμαστε πλέον, όπως μας θυμάσαι. Ζούμε καλύτερα, προοδεύουμε, αναπτυσσόμαστε» μου είπε ο καλός μου φίλος, επιβεβαιώνοντας αυτό που δέκα χρόνια πριν είχε πει ο μπαμπάς μου «Διάβαζε, γιε μου, να τελειώνεις, να φεύγεις από εδώ. Όχι γιατί δεν είναι καλά ή γιατί δεν θα περάσεις καλά. Αλλά γιατί θα έρθει η στιγμή που η οικονομία της Σερβίας θα είναι καλύτερη από τη δική μας… και τότε, καήκαμε!». Από ό,τι βλέπω, έτσι τείνουν να γίνουν τα πράγματα, αν δεν έχουν γίνει ήδη!!!
Μετά από αυτές τις τέσσερις γεμάτες μέρες, θυμήθηκα πολλά, γέλασα πολύ, λησμόνησα ακόμη περισσότερα, αλλά κυρίως... χαλάρωσα. Πήρα λίγη από την αύρα που με χαρακτήριζε όσο ζούσα στη Σερβία και σπούδαζα. Ίσως κάποια στιγμή να ξέσπασα κιόλας, να έβγαλα όλα τα νεύρα που έχω μαζέψει μέσα μου τα τελευταία δύο χρόνια που ζω στην Ελλάδα. Λογομάχησα λίγο με τον Darko. Η στάση και η αντίδρασή του, καταπληκτική, με λόγια που με άφησαν άφωνο «Αδερφέ μου… μήπως η Ελλάδα σου κάνει κακό? Έχεις κακία μέσα σου, που δεν είχες ποτέ… αλλά πες ό,τι θέλεις… αν δεν τα ακούσω εγώ, που είμαι φίλος σου, τότε ποιος? Ξέσπασε, βγάλ’τα από μέσα σου…». Και ηρέμησα. Και θυμήθηκα πόσο χαλαρός και απλός ήμουν πριν δύο χρόνια. Και (ξανά)συνειδητοποίησα πως έχω καλούς φίλους και οφείλω να τους φέρομαι σωστά... ανθρώπινα... Και πήρα κάποιες αποφάσεις, που ελπίζω πως θα με κάνουν καλύτερο άνθρωπο... ή τουλάχιστον, τόσο καλό, όπως ήμουν στη Σερβία!!!
Εις το επανιδείν, λοιπόν, καλέ μου φίλε Darko... και Σερβία... довиђења (do viđenja)... ћао (ćao)...
Υ.Γ. : Μουσικές δεν ακούσαμε πολλές, μιας και τα λέγαμε συνέχεια... Ακούσαμε όμως George Michael από την dj Μάτα (έλεος!!!) και αυτό, που το βρήκα στα 45ρια δισκάκια του μπαμπά μου!!!
Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008
Στην υγειά μας…
Μετά από ένα κουραστικό Σάββατο γεμάτο χρώματα και πούπουλα (κοινώς μπογιές, μιας και βάψαμε δύο δωμάτια, και ξεσκονόπανα για να τα καθαρίσουμε κιόλας), τα χέρια, τα πόδια και η διάθεση μου, με κατεύθυναν μόνο σε ένα μέρος : Bed, sweet bed!!!
Λίγο πολύ, όλοι μας ξέρουμε την ψυχαγωγική εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου, «Στην υγειά μας», που προβάλλεται κάθε Σάββατο βράδυ από το κανάλι της ΝΕΤ. Για κάποιους η εκπομπή είναι «άλλο ένα γλεντζέδικο σόου», για κάποιους άλλους είναι η «στροφή στην ποιότητα»(?). Για μερικούς αποτελεί την καθιερωμένη σαββατιάτικη παρέα τους, ενώ σίγουρα κάποιους τους αφήνει αδιάφορους. Ίσως για κάποιους να σημαίνει κάτι, να τους ταξιδεύει σε άλλες εποχές, ή και σε άλλους κόσμους. Αυτό έκανε και για εμένα…
Αρκετά Σαββατόβραδα στη Σερβία, στα τελευταία φοιτητικά μου χρόνια, προτιμούσα να μην βγαίνω ( αφού έκανα τις δουλειές «του σπιτιού» όλη μέρα ή διάβαζα μέχρι το βράδυ) και να χαλαρώνω μαγειρεύοντας ή και πίνοντας κάτι μόνος μου… Τί μόνος μου? Παρέα με τον γάτο μου και την δορυφορική τηλεόραση. Από τη μία, εκεί με πήγε αυτή η εκπομπή, στο φοιτητικό διαμερισματάκι μου. Από την άλλη, με «μετέφερε» στο μέλλον, σε κάποια άλλη εποχή που θα ήθελα πολύ να ζήσω.
Αν και με αυτά τα λόγια ο Σπύρος Παπαδόπουλος «έκλεισε» την βραδιά, σκέφτηκα πως είναι ό,τι καλύτερο για να καταλάβετε γιατί με ταξίδεψε «μακριά», στον ονειρικό μου κόσμο του μέλλοντος :
«Απόψε είχαμε τη τιμή και τη χαρά να φιλοξενήσουμε κάποιους από τους συντελεστές του 18ου Παγκόσμιου Συνέδριου Καρδιοχειρουργικής που έλαβε χώρα στην Κω, διοργανωτής , κύριος ομιλητής και chair man του οποίου ήταν ο κύριος Σωτήριος Πράπας»…
Η εκπομπή «μπήκε» στην TV μας κατά λάθος, σε ένα zapping του πατέρα μου. Αμέσως «κόλλησα». Μαζί μου και ο πατέρας μου. Οι καλεσμένοι του κ. Παπαδόπουλου, ήταν όλοι γιατροί ή άτομα από τον χώρο της ιατρικής. Συγκεκριμένα, οι περισσότεροι ήταν καρδιοχειρουργοί και μάλιστα, όπως ειπώθηκε κάποια στιγμή, ήταν «οι ηγέτες της καρδιοχειρουργικής παγκοσμίως». Τα μεγάλα ονόματα και τα ακόμα μεγαλύτερα «κεφάλια», που λέει ο λαός μας.
Η εκπομπή αυτή τη φορά πέρα από τα γνωστά ελληνικά τραγούδια (παραδοσιακά, βλάχικα και κρητικά ακούστηκαν και χορεύτηκαν από καλεσμένους χορευτές αλλά και τους γιατρούς), περιείχε και ενημέρωση σχετικά με την καρδιά, την υγεία και την πρόληψη των ασθενειών της. Με χαλαρό σχετικά ύφος (όσο χαλαρό ύφος μπορεί να έχει μια εκπομπή με τόσα «μυαλά»), με εναλλαγή της ενημέρωσης και της μουσικής, ώστε να μην βαρεθεί κανείς, με το απλό χιούμορ του κ. Παπαδόπουλου να θυμίζει ότι δεν είμαστε στο συνέδριο, αλλά ούτε σε μια συνηθισμένη εκπομπή.
Πίσω στο σαλονάκι μας τώρα. Από τη μία εγώ, βυθισμένος στις σκέψεις μου. Από την άλλη, ο μπαμπάς μου να αναρωτιέται και να ρωτάει κάθε λίγο και λιγάκι «και τί είναι αυτοί δηλαδή, ρε Πασχάλη?»… «και πόσο διαβασμένοι είναι?»… «και πως θα γίνει να «πιαστείς» με τέτοιους γιατρούς? Να μάθεις από αυτούς, να γίνεις ένας από αυτούς?»… Εκεί ήταν που έφυγα. Πήγα στο δωμάτιο μου. Δεν είπα τίποτα. Προτίμησα απλά, την απομόνωση μου. Και τις σκέψεις μου.
Οι γιατροί σιγά σιγά έδειξαν ένα άλλο πρόσωπό τους, τραγουδώντας, παίζοντας πιάνο ή απλά χορεύοντας. Ένα από τα πρώτα τραγούδια (ίσως και το πρώτο) ήταν το My way, του Frank Sinatra. Αργότερα, ένας γιατρός έπαιξε πιάνο. «Χα», σκέφτηκα, «η μία σύμπτωση μετά την άλλη». Βλέπετε, ήταν λίγες μέρες πριν που έγραψα το προηγούμενο κείμενο, με τις σκέψεις μου περί Ιατρικής, σουβλατζίδικου, Ελλάδας… και ήταν αυτό το βράδυ, μπροστά μου, το μέλλον, όπως το έχω ονειρευτεί. Ιατρός, καρδιοχειρουργός, με κάποιες γνώσεις μουσικής (αν και έχω πολλάάά χρόνια να παίξω πιάνο), σε κάποιο συνέδριο, παγκόσμιο ή Πανελλήνιο… Αυτή την ώρα, ήμουν στο δωμάτιο μου, να σκέφτομαι τη ζωή μου και ποιό δρόμο θα ακολουθήσω και ξαφνικά ακούγεται το My way. Είμαι εδώ, ο γιός (του σουβλατζή, όπως έλεγα στο προηγούμενο κείμενό μου), και σκέφτομαι να φύγω πάλι στο εξωτερικό. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένας γιατρός αφιερώνει κάποιο τραγούδι για την ξενιτιά στη μητέρα του, που ζει μακριά του, μιας και αυτός, ζει στη Σιγκαπούρη…
Απλές συμπτώσεις… είναι? Και αν είναι, συμβαίνουν τυχαία? Δεν ξέρω, δε νομίζω δηλαδή. Από πάντα πίστευα πως όλα συμβαίνουν για κάποιο σκοπό, ακόμα και οι συμπτώσεις (και κάθε εμπόδιο σε καλό, φυσικά). Ίσως απλά να ήθελα να το δω εγώ έτσι, ίσως απλά να ήταν η στιγμή που με έφερε σε αυτή τη σκέψη, σε αυτή τη θέση… Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια μου, όταν άκουσα τον πατέρα μου να φωνάζει από το διπλανό δωμάτιο «αυτό θέλω από εσένα». Πήγα μέσα, τον κοίταξα απορημένος και μου απάντησε, πριν προλάβω να ρωτήσω : «Όχι για εμένα… αλλά για τη μάνα σου… κάποτε, να την τιμήσεις έτσι, όπως αυτός ο γιατρός… μεγάλο πράγμα, γιε μου»!!! (και άλλο ένα δάκρυ κύλησε μόλις τώρα, που έγραψα, διάβασα και ξαναδιάβασα πολλές φορές αυτή την τόσο «μεγάλη» κουβέντα, γεμάτη καθαρή ανιδιοτέλεια)
Και να που η θέση μου άλλαξε. Η σκέψη μου, η ζωή μου ίσως. Συνέχισα να βλέπω την εκπομπή, αλλά με άλλο «μάτι», όπως είπα και σε ένα σχόλιο μου στο προηγούμενο κείμενο. Μάλλον άρχισα να βλέπω την Ελλάδα και την Ιατρική με άλλο «μάτι». Μέσα μου γεννήθηκε η απλή απορία «και αν αυτοί μπόρεσαν… γιατί όχι κι εγώ?». Κάποτε, ασχολήθηκα, παρακολούθησα μαθήματα, δυσκολεύτηκα, παιδεύτηκα, αλλά έμαθα να παίζω στραβά κουτσά το πιάνο. Κάποτε έγινα και «καλός», αλλά δυστυχώς το παράτησα. Αυτό ήταν το μάθημα… πάθημα ίσως, μάθημα σίγουρα: δεν πρόκειται να παρατήσω την Ιατρική! Και μαζί με αυτήν, ούτε και την Ελλάδα! Όχι για φέτος, τουλάχιστον! Θα προσπαθήσω, θα δυσκολευτώ, θα παιδευτώ, αλλά θα τα καταφέρω. Το ξέρω, το νιώθω μέσα μου! Άλλωστε, το έχω υποσχεθεί… στον εαυτό μου και όχι μόνο!!!
Υπόσχεση ζωής, σε… σε εσάς, από εδώ ή/και από κοντά :
-Σε φίλους κολλητούς, που με διαβάζουν κρυφά (αν και εγώ βλέπω τον τόπο του κάθε αναγνώστη, όπως και την IP σας, εξυπνάκηδες).
-Σε φίλους ιντερνετικούς (και όχι μόνο), όπως η καλή μου Συβίλλα (που χαριτολογώντας με απείλησε ότι θα μου σπάσει τα μούτρα αν δεν στρωθώ στο διάβασμα) και η καλή μου Όναρ (που μια εβδομάδα την παίδεψα, μιας και βάλθηκε να μου «μάθει» να ξυπνάω νωρίς). Α, για αν μην αναφέρω και την Σπιτόγατά μας, που εδώ και μέρες της ζήτησα να «κλέψω» ένα κείμενό της σχετικό με το διάβασμα… αλλά ακόμα δεν το έκανα!
-Σε φίλους απλούς, νέους ή και παλιούς, που δυστυχώς κάποια στιγμή της ζωής τους θα χρειαστούν ένα γιατρό (αν και εγώ πάντα λέω «ΑΧΡΕΙΑΣΤΟΣ να είμαι»)
-Σε φίλους που παιδεύονται με αλμπάνηδες γιατρούς, με εγκληματίες που καθημερινά ντροπιάζουν το ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑ της Ιατρικής και καταπατούν τον όρκο του Ιπποκράτη. Ειδικότερα, σε μια καλή μου φίλη που είχε την ατυχία να μπλέξει με έναν απατεώνα γιατρό που στο βωμό του χρήματος, θυσίασε την υγεία της κοπέλας και της «χάρισε» αρκετούς μήνες αναστάτωσης και ταλαιπωρίας!!! Εκ μέρους των «σωστών» γιατρών και της Ιατρικής, συγνώμη…
-Σε συγγενείς που τρέφουν την ελπίδα ότι αν κάποτε πάθουν κάτι, θα έχουν έναν δικό τους άνθρωπο να τους φροντίσει… τί δύστυχη ελπίδα, Θεέ μου!!!
-Στη συγχωρεμένη μου γιαγιά, στα πόδια και την αγκαλιά της οποίας μεγάλωσα και στην οποία είπα πρώτη φορά στη ζωή μου, όταν ήμουν παιδί ακόμα : «γιαγιά… όταν μεγαλώσω θα γίνω γιατρός… αλλά μεγάλος γιατρός!!!» και μου απάντησε «να γίνεις γιατρός… αλλά να είσαι καλός άνθρωπος πρώτα, να γίνεις καλός γιατρός και μετά θα γίνεις και μεγάλος γιατρός… γιατί θα είσαι «μεγάλος» άνθρωπος»… Στη γιαγιά μου, που πάντα μου έλεγε «να κάνεις ένα μεγάλο καλό για τους ανθρώπους… να αφήσεις ένα μεγάλο καλό πίσω σου» και αυτό μου έσπειρε μέσα μου…
Αυτήν την υπόσχεση θέλω να κρατήσω. «Το μεγάλο καλό». Την υπόσχεση στην ανθρωπότητα. Ήρθε η ώρα να αφήσω τον σπόρο της γιαγιάς να φυτρώσει. Όχι, μην με παρεξηγείτε. Δε νιώθω τόσο σίγουρος για τον εαυτό μου. Ούτε «περνιέμαι» για κανένα «μεγάλο κεφάλι και ακόμα μεγαλύτερο μυαλό», όπως λέει ο πατέρας μου (για άλλους, όχι για εμένα…). Ίσως το μεγάλο καλό που θα κάνω, να είναι ότι θα βοηθήσω κάποιον άλλο να αφήσει πίσω του κάτι τεράστιο, κάτι που θα βοηθήσει όλους τους ανθρώπους. Ίσως το μεγάλο καλό που θα κάνω, να είναι ότι θα βοηθήσω μονό έναν άνθρωπο, απλά, να τον κάνω καλά… ή και να τον κάνω καλό (κάτι τέτοιο γράφω και στο template του blog μου, άλλωστε). Ίσως, απλά, ο σπόρος να μην ευδοκιμήσει τελικά και κανένα καλό να μην «περάσει από τα χέρια μου»…
Αυτό που είναι σίγουρο πάντως, είναι ότι αποφάσισα πως θα προσπαθήσω να πραγματοποιήσω τα όνειρα μου, γιατί για εμένα τα όνειρα είναι τσάμπα! Και ας τραγουδάει η μάνα μου συνέχεια «τα όνειρα κοστίζουν ακριβά». Και ποιος ξέρει, μια μέρα μπορεί να με δείτε σε κάποια εκπομπή, μεγάλο σε ηλικία, ακόμα μεγαλύτερο σε γνώσεις και έργα, τεράστιο σε αγαθοεργίες, αλλά απλό και καθημερινό στη ψυχή… να φλυαρώ όπως τώρα, να χαζολογώ όπως συνήθως και έτσι απλά, με τα χαζά και τα αστεία, να προσπαθώ να κάνω κάτι καλό, όπως πάντα... και να φωνάζω «Στην υγειά μας, με όλη την έννοια!!!»…
Υ.Γ.1 : Η αναφορά μου στους αλμπάνηδες γιατρούς δεν είναι τυχαία, μιας και η 1η Ιουνίου έχει καθιερωθεί ως η ημέρα μνήμης της Αμαλίας Καλυβινου… αν και για κάποιους που δεν είμαστε αλμπάνηδες γιατροί, ημέρα μνήμης της Αμαλίας είναι η κάθε μέρα!!!
Υ.Γ.2 : Πληροφορίες σχετικά με το έργο του κυρίου Σωτηρίου Πράπα και το Συνέδριο μπορείτε να βρείτε εδώ και εδώ. RESPECT!!!
Υ.Γ.3 : Ίσως είναι η πρώτη φορά που αναφέρω το όνομά μου στο post μου… απλά και μόνο, για να τονίσω την ειλικρίνεια του κειμένου και τη σοβαρότητα της υπόσχεσής μου!!!
Λίγο πολύ, όλοι μας ξέρουμε την ψυχαγωγική εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου, «Στην υγειά μας», που προβάλλεται κάθε Σάββατο βράδυ από το κανάλι της ΝΕΤ. Για κάποιους η εκπομπή είναι «άλλο ένα γλεντζέδικο σόου», για κάποιους άλλους είναι η «στροφή στην ποιότητα»(?). Για μερικούς αποτελεί την καθιερωμένη σαββατιάτικη παρέα τους, ενώ σίγουρα κάποιους τους αφήνει αδιάφορους. Ίσως για κάποιους να σημαίνει κάτι, να τους ταξιδεύει σε άλλες εποχές, ή και σε άλλους κόσμους. Αυτό έκανε και για εμένα…
Αρκετά Σαββατόβραδα στη Σερβία, στα τελευταία φοιτητικά μου χρόνια, προτιμούσα να μην βγαίνω ( αφού έκανα τις δουλειές «του σπιτιού» όλη μέρα ή διάβαζα μέχρι το βράδυ) και να χαλαρώνω μαγειρεύοντας ή και πίνοντας κάτι μόνος μου… Τί μόνος μου? Παρέα με τον γάτο μου και την δορυφορική τηλεόραση. Από τη μία, εκεί με πήγε αυτή η εκπομπή, στο φοιτητικό διαμερισματάκι μου. Από την άλλη, με «μετέφερε» στο μέλλον, σε κάποια άλλη εποχή που θα ήθελα πολύ να ζήσω.
Αν και με αυτά τα λόγια ο Σπύρος Παπαδόπουλος «έκλεισε» την βραδιά, σκέφτηκα πως είναι ό,τι καλύτερο για να καταλάβετε γιατί με ταξίδεψε «μακριά», στον ονειρικό μου κόσμο του μέλλοντος :
«Απόψε είχαμε τη τιμή και τη χαρά να φιλοξενήσουμε κάποιους από τους συντελεστές του 18ου Παγκόσμιου Συνέδριου Καρδιοχειρουργικής που έλαβε χώρα στην Κω, διοργανωτής , κύριος ομιλητής και chair man του οποίου ήταν ο κύριος Σωτήριος Πράπας»…
Η εκπομπή «μπήκε» στην TV μας κατά λάθος, σε ένα zapping του πατέρα μου. Αμέσως «κόλλησα». Μαζί μου και ο πατέρας μου. Οι καλεσμένοι του κ. Παπαδόπουλου, ήταν όλοι γιατροί ή άτομα από τον χώρο της ιατρικής. Συγκεκριμένα, οι περισσότεροι ήταν καρδιοχειρουργοί και μάλιστα, όπως ειπώθηκε κάποια στιγμή, ήταν «οι ηγέτες της καρδιοχειρουργικής παγκοσμίως». Τα μεγάλα ονόματα και τα ακόμα μεγαλύτερα «κεφάλια», που λέει ο λαός μας.
Η εκπομπή αυτή τη φορά πέρα από τα γνωστά ελληνικά τραγούδια (παραδοσιακά, βλάχικα και κρητικά ακούστηκαν και χορεύτηκαν από καλεσμένους χορευτές αλλά και τους γιατρούς), περιείχε και ενημέρωση σχετικά με την καρδιά, την υγεία και την πρόληψη των ασθενειών της. Με χαλαρό σχετικά ύφος (όσο χαλαρό ύφος μπορεί να έχει μια εκπομπή με τόσα «μυαλά»), με εναλλαγή της ενημέρωσης και της μουσικής, ώστε να μην βαρεθεί κανείς, με το απλό χιούμορ του κ. Παπαδόπουλου να θυμίζει ότι δεν είμαστε στο συνέδριο, αλλά ούτε σε μια συνηθισμένη εκπομπή.
Πίσω στο σαλονάκι μας τώρα. Από τη μία εγώ, βυθισμένος στις σκέψεις μου. Από την άλλη, ο μπαμπάς μου να αναρωτιέται και να ρωτάει κάθε λίγο και λιγάκι «και τί είναι αυτοί δηλαδή, ρε Πασχάλη?»… «και πόσο διαβασμένοι είναι?»… «και πως θα γίνει να «πιαστείς» με τέτοιους γιατρούς? Να μάθεις από αυτούς, να γίνεις ένας από αυτούς?»… Εκεί ήταν που έφυγα. Πήγα στο δωμάτιο μου. Δεν είπα τίποτα. Προτίμησα απλά, την απομόνωση μου. Και τις σκέψεις μου.
Οι γιατροί σιγά σιγά έδειξαν ένα άλλο πρόσωπό τους, τραγουδώντας, παίζοντας πιάνο ή απλά χορεύοντας. Ένα από τα πρώτα τραγούδια (ίσως και το πρώτο) ήταν το My way, του Frank Sinatra. Αργότερα, ένας γιατρός έπαιξε πιάνο. «Χα», σκέφτηκα, «η μία σύμπτωση μετά την άλλη». Βλέπετε, ήταν λίγες μέρες πριν που έγραψα το προηγούμενο κείμενο, με τις σκέψεις μου περί Ιατρικής, σουβλατζίδικου, Ελλάδας… και ήταν αυτό το βράδυ, μπροστά μου, το μέλλον, όπως το έχω ονειρευτεί. Ιατρός, καρδιοχειρουργός, με κάποιες γνώσεις μουσικής (αν και έχω πολλάάά χρόνια να παίξω πιάνο), σε κάποιο συνέδριο, παγκόσμιο ή Πανελλήνιο… Αυτή την ώρα, ήμουν στο δωμάτιο μου, να σκέφτομαι τη ζωή μου και ποιό δρόμο θα ακολουθήσω και ξαφνικά ακούγεται το My way. Είμαι εδώ, ο γιός (του σουβλατζή, όπως έλεγα στο προηγούμενο κείμενό μου), και σκέφτομαι να φύγω πάλι στο εξωτερικό. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένας γιατρός αφιερώνει κάποιο τραγούδι για την ξενιτιά στη μητέρα του, που ζει μακριά του, μιας και αυτός, ζει στη Σιγκαπούρη…
Απλές συμπτώσεις… είναι? Και αν είναι, συμβαίνουν τυχαία? Δεν ξέρω, δε νομίζω δηλαδή. Από πάντα πίστευα πως όλα συμβαίνουν για κάποιο σκοπό, ακόμα και οι συμπτώσεις (και κάθε εμπόδιο σε καλό, φυσικά). Ίσως απλά να ήθελα να το δω εγώ έτσι, ίσως απλά να ήταν η στιγμή που με έφερε σε αυτή τη σκέψη, σε αυτή τη θέση… Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια μου, όταν άκουσα τον πατέρα μου να φωνάζει από το διπλανό δωμάτιο «αυτό θέλω από εσένα». Πήγα μέσα, τον κοίταξα απορημένος και μου απάντησε, πριν προλάβω να ρωτήσω : «Όχι για εμένα… αλλά για τη μάνα σου… κάποτε, να την τιμήσεις έτσι, όπως αυτός ο γιατρός… μεγάλο πράγμα, γιε μου»!!! (και άλλο ένα δάκρυ κύλησε μόλις τώρα, που έγραψα, διάβασα και ξαναδιάβασα πολλές φορές αυτή την τόσο «μεγάλη» κουβέντα, γεμάτη καθαρή ανιδιοτέλεια)
Και να που η θέση μου άλλαξε. Η σκέψη μου, η ζωή μου ίσως. Συνέχισα να βλέπω την εκπομπή, αλλά με άλλο «μάτι», όπως είπα και σε ένα σχόλιο μου στο προηγούμενο κείμενο. Μάλλον άρχισα να βλέπω την Ελλάδα και την Ιατρική με άλλο «μάτι». Μέσα μου γεννήθηκε η απλή απορία «και αν αυτοί μπόρεσαν… γιατί όχι κι εγώ?». Κάποτε, ασχολήθηκα, παρακολούθησα μαθήματα, δυσκολεύτηκα, παιδεύτηκα, αλλά έμαθα να παίζω στραβά κουτσά το πιάνο. Κάποτε έγινα και «καλός», αλλά δυστυχώς το παράτησα. Αυτό ήταν το μάθημα… πάθημα ίσως, μάθημα σίγουρα: δεν πρόκειται να παρατήσω την Ιατρική! Και μαζί με αυτήν, ούτε και την Ελλάδα! Όχι για φέτος, τουλάχιστον! Θα προσπαθήσω, θα δυσκολευτώ, θα παιδευτώ, αλλά θα τα καταφέρω. Το ξέρω, το νιώθω μέσα μου! Άλλωστε, το έχω υποσχεθεί… στον εαυτό μου και όχι μόνο!!!
Υπόσχεση ζωής, σε… σε εσάς, από εδώ ή/και από κοντά :
-Σε φίλους κολλητούς, που με διαβάζουν κρυφά (αν και εγώ βλέπω τον τόπο του κάθε αναγνώστη, όπως και την IP σας, εξυπνάκηδες).
-Σε φίλους ιντερνετικούς (και όχι μόνο), όπως η καλή μου Συβίλλα (που χαριτολογώντας με απείλησε ότι θα μου σπάσει τα μούτρα αν δεν στρωθώ στο διάβασμα) και η καλή μου Όναρ (που μια εβδομάδα την παίδεψα, μιας και βάλθηκε να μου «μάθει» να ξυπνάω νωρίς). Α, για αν μην αναφέρω και την Σπιτόγατά μας, που εδώ και μέρες της ζήτησα να «κλέψω» ένα κείμενό της σχετικό με το διάβασμα… αλλά ακόμα δεν το έκανα!
-Σε φίλους απλούς, νέους ή και παλιούς, που δυστυχώς κάποια στιγμή της ζωής τους θα χρειαστούν ένα γιατρό (αν και εγώ πάντα λέω «ΑΧΡΕΙΑΣΤΟΣ να είμαι»)
-Σε φίλους που παιδεύονται με αλμπάνηδες γιατρούς, με εγκληματίες που καθημερινά ντροπιάζουν το ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑ της Ιατρικής και καταπατούν τον όρκο του Ιπποκράτη. Ειδικότερα, σε μια καλή μου φίλη που είχε την ατυχία να μπλέξει με έναν απατεώνα γιατρό που στο βωμό του χρήματος, θυσίασε την υγεία της κοπέλας και της «χάρισε» αρκετούς μήνες αναστάτωσης και ταλαιπωρίας!!! Εκ μέρους των «σωστών» γιατρών και της Ιατρικής, συγνώμη…
-Σε συγγενείς που τρέφουν την ελπίδα ότι αν κάποτε πάθουν κάτι, θα έχουν έναν δικό τους άνθρωπο να τους φροντίσει… τί δύστυχη ελπίδα, Θεέ μου!!!
-Στη συγχωρεμένη μου γιαγιά, στα πόδια και την αγκαλιά της οποίας μεγάλωσα και στην οποία είπα πρώτη φορά στη ζωή μου, όταν ήμουν παιδί ακόμα : «γιαγιά… όταν μεγαλώσω θα γίνω γιατρός… αλλά μεγάλος γιατρός!!!» και μου απάντησε «να γίνεις γιατρός… αλλά να είσαι καλός άνθρωπος πρώτα, να γίνεις καλός γιατρός και μετά θα γίνεις και μεγάλος γιατρός… γιατί θα είσαι «μεγάλος» άνθρωπος»… Στη γιαγιά μου, που πάντα μου έλεγε «να κάνεις ένα μεγάλο καλό για τους ανθρώπους… να αφήσεις ένα μεγάλο καλό πίσω σου» και αυτό μου έσπειρε μέσα μου…
Αυτήν την υπόσχεση θέλω να κρατήσω. «Το μεγάλο καλό». Την υπόσχεση στην ανθρωπότητα. Ήρθε η ώρα να αφήσω τον σπόρο της γιαγιάς να φυτρώσει. Όχι, μην με παρεξηγείτε. Δε νιώθω τόσο σίγουρος για τον εαυτό μου. Ούτε «περνιέμαι» για κανένα «μεγάλο κεφάλι και ακόμα μεγαλύτερο μυαλό», όπως λέει ο πατέρας μου (για άλλους, όχι για εμένα…). Ίσως το μεγάλο καλό που θα κάνω, να είναι ότι θα βοηθήσω κάποιον άλλο να αφήσει πίσω του κάτι τεράστιο, κάτι που θα βοηθήσει όλους τους ανθρώπους. Ίσως το μεγάλο καλό που θα κάνω, να είναι ότι θα βοηθήσω μονό έναν άνθρωπο, απλά, να τον κάνω καλά… ή και να τον κάνω καλό (κάτι τέτοιο γράφω και στο template του blog μου, άλλωστε). Ίσως, απλά, ο σπόρος να μην ευδοκιμήσει τελικά και κανένα καλό να μην «περάσει από τα χέρια μου»…
Αυτό που είναι σίγουρο πάντως, είναι ότι αποφάσισα πως θα προσπαθήσω να πραγματοποιήσω τα όνειρα μου, γιατί για εμένα τα όνειρα είναι τσάμπα! Και ας τραγουδάει η μάνα μου συνέχεια «τα όνειρα κοστίζουν ακριβά». Και ποιος ξέρει, μια μέρα μπορεί να με δείτε σε κάποια εκπομπή, μεγάλο σε ηλικία, ακόμα μεγαλύτερο σε γνώσεις και έργα, τεράστιο σε αγαθοεργίες, αλλά απλό και καθημερινό στη ψυχή… να φλυαρώ όπως τώρα, να χαζολογώ όπως συνήθως και έτσι απλά, με τα χαζά και τα αστεία, να προσπαθώ να κάνω κάτι καλό, όπως πάντα... και να φωνάζω «Στην υγειά μας, με όλη την έννοια!!!»…
Υ.Γ.1 : Η αναφορά μου στους αλμπάνηδες γιατρούς δεν είναι τυχαία, μιας και η 1η Ιουνίου έχει καθιερωθεί ως η ημέρα μνήμης της Αμαλίας Καλυβινου… αν και για κάποιους που δεν είμαστε αλμπάνηδες γιατροί, ημέρα μνήμης της Αμαλίας είναι η κάθε μέρα!!!
Υ.Γ.2 : Πληροφορίες σχετικά με το έργο του κυρίου Σωτηρίου Πράπα και το Συνέδριο μπορείτε να βρείτε εδώ και εδώ. RESPECT!!!
Υ.Γ.3 : Ίσως είναι η πρώτη φορά που αναφέρω το όνομά μου στο post μου… απλά και μόνο, για να τονίσω την ειλικρίνεια του κειμένου και τη σοβαρότητα της υπόσχεσής μου!!!
Πέμπτη 29 Μαΐου 2008
«Ο γιος του...
… γιατρού, γιατρός! Ο γιός του σουβλατζή, σουβλατζής!!!»
Τάδε έφη ένας αναπληρωτής καθηγητής ανατομίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και γυναικολόγος της μάνας μου για τριάντα χρόνια, όταν ο πατέρας μου του ανακοίνωσε : «ο γιός μου θα πάει στη Σερβία γιατί ΘΕΛΕΙ να σπουδάσει Ιατρική», δέκα χρόνια πριν από σήμερα.
Ήταν τα χέρια του εν λόγω καθηγητή που με οδήγησαν έξω από την κοιλιά της μάνας μου και με έφεραν στο πρώτο φως της ζωής. Και ήταν αυτά τα λόγια του ίδιου καθηγητή που με πίκρα χαράχθηκαν βαθιά μέσα μου… όπως και στον πατέρα μου!
Τα χρόνια περνούσαν και κάπου κάπου θυμόμασταν τα λόγια αυτά. Άλλοτε με χαρά και περίσσεια περηφάνια που ίσως και να ξεχείλιζε από μέσα μας, όταν περνούσα κάποιο δύσκολο μάθημα. Άλλοτε πάλι, με απορία, όταν η μία αποτυχία διαδεχόταν την άλλη : « Βρε, λες να έχει δίκαιο ο καθηγητής?».
Κάποια στιγμή, η απορία σχεδόν χάθηκε από τα μυαλά μας, μιας και κατάφερα να πάρω το πτυχίο μου. Ήταν η στιγμή εκείνη που ένας Σέρβος καθηγητής βροντοφώναξε : « Συγχαρητήρια, κύριε συνάδελφε!». Ήταν η στιγμή που μία χώρα με όρκιζε, με έχρηζε γιατρό… σε αντίθεση με την δική μου χώρα, την πατρίδα μου!!!

Στη Σερβία βλέπεις, ο γιατρός είναι άξιος σεβασμού, έχει το κύρος που αρμόζει στο λειτούργημά του και δέχεται συχνά πυκνά τα συγχαρητήρια του κόσμου. Όχι ότι εκεί δεν γίνονται λάθη. Όχι ότι εκεί δεν υπάρχει «βρωμιά». Απλά, οι αναλογίες είναι αντιστρόφως ανάλογες από ό,τι στην Ελλάδα! Εκεί, οι «καλοί» γιατροί, υπερισχύουν των «κακών». Εκεί, τα λαμόγια δεν έχουν πιάσει τις «καλύτερες θέσεις» των δημόσιων ή/και ιδιωτικών νοσοκομείων. Εκεί, υπάρχει κάτι, που στην Ελλάδα το βρίσκεις μόνο σε νεοελληνικό λεξικό, ως έννοια : η αξιοκρατία!!!
Η επιστροφή μου στην Ελλάδα σήμαινε πως με περιμένει η διαδικασία αναγνώρισης του πτυχίου μου, μιας και η γενέτειρα χώρα του Ιπποκράτη θεωρεί πως τα πτυχία των χωρών που δεν είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής ένωσης, είναι κατώτερα. Τί κι αν σπούδασα σε μία μεταπολεμική χώρα, σε ξενόγλωσσο πανεπιστήμιο και όμως αποφοίτησα σε 7 χρόνια? Οι Έλληνες φοιτητές που σπουδάζουν στη χώρα μας, σε πανεπιστήμια όπου παρακολουθούν μαθήματα στη μητρική τους γλώσσα και αποφοιτούν σε δέκα χρόνια, είναι σαφώς καλύτεροι! (Αχ, Θεούλη μου, δώσε μου έστω για μία ημέρα την ευκαιρία να είμαι ένα «σκαλί» πιο πάνω από τους ομογενείς συναδέλφους γιατρούς, απόφοιτους του εσωτερικού… Άραγε, είναι κακεντρεχής αυτή η επιθυμία μου…?)
Αυτή η διαδικασία αναγνώρισης του πτυχίου μου, οι «βρώμικες» εξετάσεις που σχεδόν κάθε έξι μήνες προσπαθώ να (ξε)περάσω, έφεραν πάλι στο μυαλό μου τα λόγια εκείνα και γέννησαν πάλι την ίδια απορία. Μόνο που τώρα η απάντηση ίσως και να πλησιάζει περισσότερο στην ταπεινωτική (για εμένα) κατάφαση, παρά στην αγανακτισμένη και «δικαιωμένη» άρνηση.
ΝΑΙ, ίσως τελικά να έχει δίκαιο ο καθηγητής. Ίσως ο γιός του σουβλατζή να ξέρει πιο πολλά και πιο καλά τα «μυστικά» της δουλειάς. Ίσως οι συνταγές να περνάνε πιο εύκολα από πατέρα σε γιό και όχι απλά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Είτε είναι συνταγές για ένα καλό πιάτο, είτε είναι συνταγές για μία καλή θεραπεία. Σίγουρα πάντως, ο γιος του γιατρού θα βρει πιο πολλές πόρτες ανοιχτές, από ό,τι ο γιος του σουβλατζή.
Δεν πειράζει. Ο γιος του σουβλατζή έχει μάθει τόσα χρόνια να περιμένει. Να χτυπάει ελαφρά το κουδούνι, ως πακετάς, ως delivery boy, να χτυπάει την πόρτα και να περιμένει. Και όταν η πόρτα ανοίγει, να είναι εκεί, με περήφανα ορθωμένο ανάστημα, γιατί ξέρει ότι είναι «καθαρός», δυνατός και… άξιος!!!
Στην Ελλάδα του σήμερα όμως… μήπως να τα παρατούσα? Μήπως να πήγαινα σε κάποια άλλη χώρα? Μήπως να έπαιρνα τα «νυστεράκια» μου και σε άλλο «χειρουργείο»? Μήπως να επέλεγα κάποιον άλλο δρόμο? Ίσως αυτόν, της μουσικής, που από πάντα θαύμαζα! Χα… χα… ο δρόμος της μουσικής, που πρόσφατα μου υπέδειξε μία φίλη… και μου έφτιαξε τη μέρα!!!
Λες τελικά να είναι τα λόγια του καθηγητή που θα με οδηγήσουν στο απόλυτο φως της ζωής μου… ή στο σκοτάδι μου? Βρε, λες να έχει δίκαιο... ?
Υ.Γ. : Φαντάζομαι πως καταλάβατε ότι είμαι στα down μου… ελπίζω η διάθεσή σας να φτιάξει όπως και η δική μου, ακούγοντας τα έντεκα τραγούδια που «έβαλα» σε αυτό το κείμενο! Enjoy!!!
Τάδε έφη ένας αναπληρωτής καθηγητής ανατομίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και γυναικολόγος της μάνας μου για τριάντα χρόνια, όταν ο πατέρας μου του ανακοίνωσε : «ο γιός μου θα πάει στη Σερβία γιατί ΘΕΛΕΙ να σπουδάσει Ιατρική», δέκα χρόνια πριν από σήμερα.
Ήταν τα χέρια του εν λόγω καθηγητή που με οδήγησαν έξω από την κοιλιά της μάνας μου και με έφεραν στο πρώτο φως της ζωής. Και ήταν αυτά τα λόγια του ίδιου καθηγητή που με πίκρα χαράχθηκαν βαθιά μέσα μου… όπως και στον πατέρα μου!
Τα χρόνια περνούσαν και κάπου κάπου θυμόμασταν τα λόγια αυτά. Άλλοτε με χαρά και περίσσεια περηφάνια που ίσως και να ξεχείλιζε από μέσα μας, όταν περνούσα κάποιο δύσκολο μάθημα. Άλλοτε πάλι, με απορία, όταν η μία αποτυχία διαδεχόταν την άλλη : « Βρε, λες να έχει δίκαιο ο καθηγητής?».
Κάποια στιγμή, η απορία σχεδόν χάθηκε από τα μυαλά μας, μιας και κατάφερα να πάρω το πτυχίο μου. Ήταν η στιγμή εκείνη που ένας Σέρβος καθηγητής βροντοφώναξε : « Συγχαρητήρια, κύριε συνάδελφε!». Ήταν η στιγμή που μία χώρα με όρκιζε, με έχρηζε γιατρό… σε αντίθεση με την δική μου χώρα, την πατρίδα μου!!!
Στη Σερβία βλέπεις, ο γιατρός είναι άξιος σεβασμού, έχει το κύρος που αρμόζει στο λειτούργημά του και δέχεται συχνά πυκνά τα συγχαρητήρια του κόσμου. Όχι ότι εκεί δεν γίνονται λάθη. Όχι ότι εκεί δεν υπάρχει «βρωμιά». Απλά, οι αναλογίες είναι αντιστρόφως ανάλογες από ό,τι στην Ελλάδα! Εκεί, οι «καλοί» γιατροί, υπερισχύουν των «κακών». Εκεί, τα λαμόγια δεν έχουν πιάσει τις «καλύτερες θέσεις» των δημόσιων ή/και ιδιωτικών νοσοκομείων. Εκεί, υπάρχει κάτι, που στην Ελλάδα το βρίσκεις μόνο σε νεοελληνικό λεξικό, ως έννοια : η αξιοκρατία!!!
Η επιστροφή μου στην Ελλάδα σήμαινε πως με περιμένει η διαδικασία αναγνώρισης του πτυχίου μου, μιας και η γενέτειρα χώρα του Ιπποκράτη θεωρεί πως τα πτυχία των χωρών που δεν είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής ένωσης, είναι κατώτερα. Τί κι αν σπούδασα σε μία μεταπολεμική χώρα, σε ξενόγλωσσο πανεπιστήμιο και όμως αποφοίτησα σε 7 χρόνια? Οι Έλληνες φοιτητές που σπουδάζουν στη χώρα μας, σε πανεπιστήμια όπου παρακολουθούν μαθήματα στη μητρική τους γλώσσα και αποφοιτούν σε δέκα χρόνια, είναι σαφώς καλύτεροι! (Αχ, Θεούλη μου, δώσε μου έστω για μία ημέρα την ευκαιρία να είμαι ένα «σκαλί» πιο πάνω από τους ομογενείς συναδέλφους γιατρούς, απόφοιτους του εσωτερικού… Άραγε, είναι κακεντρεχής αυτή η επιθυμία μου…?)
Αυτή η διαδικασία αναγνώρισης του πτυχίου μου, οι «βρώμικες» εξετάσεις που σχεδόν κάθε έξι μήνες προσπαθώ να (ξε)περάσω, έφεραν πάλι στο μυαλό μου τα λόγια εκείνα και γέννησαν πάλι την ίδια απορία. Μόνο που τώρα η απάντηση ίσως και να πλησιάζει περισσότερο στην ταπεινωτική (για εμένα) κατάφαση, παρά στην αγανακτισμένη και «δικαιωμένη» άρνηση.
ΝΑΙ, ίσως τελικά να έχει δίκαιο ο καθηγητής. Ίσως ο γιός του σουβλατζή να ξέρει πιο πολλά και πιο καλά τα «μυστικά» της δουλειάς. Ίσως οι συνταγές να περνάνε πιο εύκολα από πατέρα σε γιό και όχι απλά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Είτε είναι συνταγές για ένα καλό πιάτο, είτε είναι συνταγές για μία καλή θεραπεία. Σίγουρα πάντως, ο γιος του γιατρού θα βρει πιο πολλές πόρτες ανοιχτές, από ό,τι ο γιος του σουβλατζή.
Δεν πειράζει. Ο γιος του σουβλατζή έχει μάθει τόσα χρόνια να περιμένει. Να χτυπάει ελαφρά το κουδούνι, ως πακετάς, ως delivery boy, να χτυπάει την πόρτα και να περιμένει. Και όταν η πόρτα ανοίγει, να είναι εκεί, με περήφανα ορθωμένο ανάστημα, γιατί ξέρει ότι είναι «καθαρός», δυνατός και… άξιος!!!
Στην Ελλάδα του σήμερα όμως… μήπως να τα παρατούσα? Μήπως να πήγαινα σε κάποια άλλη χώρα? Μήπως να έπαιρνα τα «νυστεράκια» μου και σε άλλο «χειρουργείο»? Μήπως να επέλεγα κάποιον άλλο δρόμο? Ίσως αυτόν, της μουσικής, που από πάντα θαύμαζα! Χα… χα… ο δρόμος της μουσικής, που πρόσφατα μου υπέδειξε μία φίλη… και μου έφτιαξε τη μέρα!!!
Λες τελικά να είναι τα λόγια του καθηγητή που θα με οδηγήσουν στο απόλυτο φως της ζωής μου… ή στο σκοτάδι μου? Βρε, λες να έχει δίκαιο... ?
Υ.Γ. : Φαντάζομαι πως καταλάβατε ότι είμαι στα down μου… ελπίζω η διάθεσή σας να φτιάξει όπως και η δική μου, ακούγοντας τα έντεκα τραγούδια που «έβαλα» σε αυτό το κείμενο! Enjoy!!!
Διάγνωση
Ιστορίες της ζωής...,
Ιστορίες της Ιατρικής...
Παρασκευή 23 Μαΐου 2008
Getting Away With It - James
Εδώ και μέρες σκεφτόμουν να γράψω κάτι για την Eurovision 2008, αλλά ακούγοντας απόψεις τύπου "αυτή δεν είναι Eurovision, είναι Euro-Βύζιον" και δηλώσεις όπως "η Eurovision ξεκίνησε το '56 με σκοπό την παραγωγή πρωτότυπων τραγουδιών υψηλής ποιότητας, αλλά κατέληξε σήμερα ένα υπερθέαμα εύπεπτης ισοπεδωτικής μουσικής ευρείας κατανάλωσης", και αφού είδα λίγο από τους ημιτελικούς, έχω να πω ότι λείπει τόσο το μουσικό επίπεδο, όσο και... το ύφασμα!
Ακριβώς όπως είπε και ένας "σοφός" πελάτης στο Grill, "αυτά θέλει ο κόσμος πια... βυζάκια και μπουτάκια... κλείσε τον ήχο και απόλαυσε το show"!!! Γi'αυτό και αποφάσισα να μην πω τίποτε παραπάνω, πέρα από την ευχή μου για καλή επιτυχία σε όλες τις χώρες! Μακάρι το καλύτερο ΜΟΥΣΙΚΟ τραγούδι να κερδίσει (και μην ακούσω τίποτα βλακείες ότι δεν είμαι πατριώτης ή ότι δεν πρέπει κάποιος να ψηφίσει τα φαβορί... it's all about music, people... or at least it's supposed to be!!!)
Η διάθεσή μου τις τελευταίες μέρες είναι λίγο "θέλω να φύγω, να αποδράσω, να εξαφανιστώ και the hell with them", ήρθε και η Eurovision να κάνει κάτι στα αυτιά μου, οπότε... σκέφτηκα να μοιραστώ μαζί σας το αγαπημένο μου τραγούδι απο James... Enjoy και καλό Σαββατοκύριακο!
(Αφιερωμένο σε όλους και ειδικά στη φίλη μου, Όναρ... thank you για όλα!!!)
P.S. : Μακάρι να μπορούσατε να καταλάβετε τους στίχους του τραγουδιού της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης, για να νιώσετε την γλύκα και το νάζι που κρύβουν!!!
Ακριβώς όπως είπε και ένας "σοφός" πελάτης στο Grill, "αυτά θέλει ο κόσμος πια... βυζάκια και μπουτάκια... κλείσε τον ήχο και απόλαυσε το show"!!! Γi'αυτό και αποφάσισα να μην πω τίποτε παραπάνω, πέρα από την ευχή μου για καλή επιτυχία σε όλες τις χώρες! Μακάρι το καλύτερο ΜΟΥΣΙΚΟ τραγούδι να κερδίσει (και μην ακούσω τίποτα βλακείες ότι δεν είμαι πατριώτης ή ότι δεν πρέπει κάποιος να ψηφίσει τα φαβορί... it's all about music, people... or at least it's supposed to be!!!)
Η διάθεσή μου τις τελευταίες μέρες είναι λίγο "θέλω να φύγω, να αποδράσω, να εξαφανιστώ και the hell with them", ήρθε και η Eurovision να κάνει κάτι στα αυτιά μου, οπότε... σκέφτηκα να μοιραστώ μαζί σας το αγαπημένο μου τραγούδι απο James... Enjoy και καλό Σαββατοκύριακο!
(Αφιερωμένο σε όλους και ειδικά στη φίλη μου, Όναρ... thank you για όλα!!!)
P.S. : Μακάρι να μπορούσατε να καταλάβετε τους στίχους του τραγουδιού της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης, για να νιώσετε την γλύκα και το νάζι που κρύβουν!!!
"Pokušaću da te poljubim a ti se pravi luda
Pokušaću da te probudim a ti se pravi budna"
Διάγνωση
Ιστορίες της μουσικής...
Παρασκευή 16 Μαΐου 2008
Η λαϊκή
Εναλλακτικός τίτλος 1 : «Πού 'σουνα, μωρό μου, εχθές?»
Εναλλακτικός τίτλος 2 : «Φανταστική, μουσική ιστορία»
Χθες το πρωί ξύπνησα νωρίς και σκέφτηκα πως, όπως κάθε Τετάρτη, έχει λαϊκή στην περιοχή μου και μάλιστα σε μία αλάνα, δύο λεπτά από το σπίτι μου. Μετά από λίγη σκέψη, πήρα την απόφασή μου : θα πάω στη λαϊκή!!!
Σιγά την απόφαση, θα μου πεις. Κι όμως, για εμένα ήταν μεγάλη απόφαση. Και διπλή. Από τη μία αποφάσισα να μην πάω στη Σερβία (πάλι), με αποτέλεσμα να «χάσω» τον γάμο μίας πολύ καλής φίλης. Από την άλλη, αποφάσισα να κάνω κάτι που το έκανα εκεί, στο Νις, μέχρι τα τέλη του 2005, και στην Ελλάδα, τους πρώτους μήνες του 2006 : να πάω λαϊκή (ίσως για να νιώσω λίγο, ότι είμαι πάλι εκεί).
Για τους πρώτους μήνες του 2006 δεν θα πω τίποτα, μιας και είναι αυστηρά συνδεδεμένοι με την πρώην μου (για όσους με ξέρουν προσωπικά, εννοώ την «μύξα») για την οποία πολλά έχω πει και νομίζω πως φτάνει πια! Για τις βόλτες μου στις λαϊκές της Σερβίας όμως…
Κάποια στιγμή στο δεύτερο έτος των σπουδών μου, πήγα στη λαϊκή και ψώνισα λαχανικά, σαλατικά και φρούτα, χρησιμοποιώντας τα ονόματά τους και όχι τη λέξη «αυτό». Α, ναι, διευκρίνιση : για τους περισσότερους Έλληνες που πηγαίνουν σε άλλη χώρα να σπουδάσουν, τον πρώτο καιρό τα περισσότερα πράγματα είναι «αυτό» και χώροι όπως η λαϊκή είναι… «αυτάδικα»!!!
Από τη μέρα που άρχισα να πηγαίνω στη λαϊκή της Σέρβικης γειτονιάς μου, το λεξιλόγιο μου εμπλουτίστηκε με διάφορες λέξεις – ονομασίες των ζαρζαβατικών, λαχανικών και φρούτων, αλλά και με λέξεις απλές ή/και χωριάτικες, μιας και άρχισα να μιλάω και να συναναστρέφομαι με τους απλούς, «λαϊκούς» ανθρώπους, τους πωλητές της λαϊκής, τους «λαϊκιτζήδες».
Μία μεγάλη (και για εμένα «κακή») διαφορά της Ελλάδας με τη Σερβία, είναι ότι εκεί οι λαϊκές είναι σταθερές και καθημερινές. Δηλαδή έχει λαϊκή κάθε μέρα, σε ένα σημείο κάθε περιοχής της πόλης, οπότε όχι μόνο μπορούν να εξυπηρετηθούν καθημερινά οι κάτοικοι της περιοχής, αλλά και οι «λαϊκιτζήδες» έχουν τον χώρο τους και ξέρουν τον κόσμο, κάνουν το πελατολόγιό τους... και αν όχι, παίρνουν τα κουβαδάκια τους και… σε άλλη λαϊκή.
Σε μία τέτοια λαϊκή, που τη λένε Μπόσκο Μπούχα (ο Boško Buha είναι μία προσωπικότητα της ιστορίας των Σέρβων), στη γωνία της λεωφόρου του Λένιν (που μετονομάστηκε σε λεωφόρο του Νέμανιτς) με την οδό των αδερφών Τάσκοβιτσ (αν θυμάμαι καλά), πήρα κάποια «μαθήματα» ζωής, δέχτηκα ένα δυνατό «φως» που μου άνοιξε τα μάτια, έλεγα τις καθημερινές μου καλημέρες, κόβοντας δρόμο πηγαίνοντας στην Ιατρική και καλησπέρες, στο γυρισμό, οπότε έκανα και τα ψώνια μου.
Εκεί έμαθα να ξεχωρίζω την καλή, φρέσκια, μικρή πράσινη ντομάτα από την μπαγιάτικη, την «καλή απ’έξω και χαλασμένη από μέσα» πράσινη ντομάτα που προορίζεται για τουρσί… και πόση εκτίμηση κέρδισα από τους «λαϊκιτζήδες», όταν τους είπα ότι ψάχνω ντομάτες για να κάνω το δικό μου τουρσί, με Σέρβικη συνταγή!!!
Στην ίδια "γωνιακή" λαϊκή, κάπου στο πέμπτο φοιτητικό μου έτος, έγινα «στουπί», «τύφλα», πίνοντας Σλίβοβιτσα (αν και εγώ το έλεγα και το λέω Σλίμοβιτσα), Σέρβικο ρακί, από τις 11 το πρωί, γιατί είχα περάσει ένα «δυνατό» μάθημα!
Εκεί, κάποια στιγμή, ένιωσα πως υπάρχουν άνθρωποι που με νοιάζονται, έστω και αν είναι ξένοι, όταν είδα τη θλίψη στα μάτια τους, γιατί τους είπα πως δεν πέρασα το μάθημα στην εξεταστική του καλοκαιριού. Αν και ξένοι, με ένιωσαν, κατάλαβαν πως έβλεπα τα καράβια μου να βουλιάζουν και όμως, μου συμπαραστάθηκαν. Φυσικά, Σέρβοι είναι αυτοί… το ρακί πάει με όλα και είναι η καλύτερη παρηγοριά!
Η γειτονιά μου μπορεί να άλλαξε, άρα και η λαϊκή, αλλά η σχέση μου με τους λαϊκιτζήδες, παρέμενε δυνατή. Είναι όπως τα τρένα και τους ανθρώπους : μπορεί να τα χρησιμοποιούμε για τον ίδιο προορισμό επί χρόνια και μετά να ταξιδεύουμε με άλλα μέσα, όταν όμως κάποτε ξαναπάρουμε τρένο, έστω και για ταξίδι προς «αλλού», σίγουρα θα νιώσουμε και πάλι την ίδια γλυκιά, ταξιδιάρικη αίσθηση, την γνώριμη χαρά και τη συγκίνηση του τσαφ τσουφ!
Κάπως έτσι ένιωσα κι εγώ όταν ξαναπήγα στην παλιά μου λαϊκή, ακόμα και ως «γιατρός β’», μέσα σε ασθενοφόρο (τελειόφοιτος τότε). Η οικειότητα του «λαϊκιτζή» ασθενή μόλις με γνώρισε, ήταν αυτή που με έκανε να σκεφτώ και να θυμάμαι για πάντα πως
«τί "γιατρός" και μα**κίες? Εγώ είμαι άνθρωπος απλός, καλός, λαϊκός!!!».
Μπορεί η ιστοριούλα να μην είναι όλη αληθινή, σίγουρα όμως κρύβει κάτι για τη λαϊκή και την Σερβία και είναι αυτό που νιώθω και για τις δύο… (και μου λείπουν, γαμώτο)!!!
Εναλλακτικός τίτλος 2 : «Φανταστική, μουσική ιστορία»
Χθες το πρωί ξύπνησα νωρίς και σκέφτηκα πως, όπως κάθε Τετάρτη, έχει λαϊκή στην περιοχή μου και μάλιστα σε μία αλάνα, δύο λεπτά από το σπίτι μου. Μετά από λίγη σκέψη, πήρα την απόφασή μου : θα πάω στη λαϊκή!!!
Σιγά την απόφαση, θα μου πεις. Κι όμως, για εμένα ήταν μεγάλη απόφαση. Και διπλή. Από τη μία αποφάσισα να μην πάω στη Σερβία (πάλι), με αποτέλεσμα να «χάσω» τον γάμο μίας πολύ καλής φίλης. Από την άλλη, αποφάσισα να κάνω κάτι που το έκανα εκεί, στο Νις, μέχρι τα τέλη του 2005, και στην Ελλάδα, τους πρώτους μήνες του 2006 : να πάω λαϊκή (ίσως για να νιώσω λίγο, ότι είμαι πάλι εκεί).
Για τους πρώτους μήνες του 2006 δεν θα πω τίποτα, μιας και είναι αυστηρά συνδεδεμένοι με την πρώην μου (για όσους με ξέρουν προσωπικά, εννοώ την «μύξα») για την οποία πολλά έχω πει και νομίζω πως φτάνει πια! Για τις βόλτες μου στις λαϊκές της Σερβίας όμως…
Κάποια στιγμή στο δεύτερο έτος των σπουδών μου, πήγα στη λαϊκή και ψώνισα λαχανικά, σαλατικά και φρούτα, χρησιμοποιώντας τα ονόματά τους και όχι τη λέξη «αυτό». Α, ναι, διευκρίνιση : για τους περισσότερους Έλληνες που πηγαίνουν σε άλλη χώρα να σπουδάσουν, τον πρώτο καιρό τα περισσότερα πράγματα είναι «αυτό» και χώροι όπως η λαϊκή είναι… «αυτάδικα»!!!
Από τη μέρα που άρχισα να πηγαίνω στη λαϊκή της Σέρβικης γειτονιάς μου, το λεξιλόγιο μου εμπλουτίστηκε με διάφορες λέξεις – ονομασίες των ζαρζαβατικών, λαχανικών και φρούτων, αλλά και με λέξεις απλές ή/και χωριάτικες, μιας και άρχισα να μιλάω και να συναναστρέφομαι με τους απλούς, «λαϊκούς» ανθρώπους, τους πωλητές της λαϊκής, τους «λαϊκιτζήδες».
Μία μεγάλη (και για εμένα «κακή») διαφορά της Ελλάδας με τη Σερβία, είναι ότι εκεί οι λαϊκές είναι σταθερές και καθημερινές. Δηλαδή έχει λαϊκή κάθε μέρα, σε ένα σημείο κάθε περιοχής της πόλης, οπότε όχι μόνο μπορούν να εξυπηρετηθούν καθημερινά οι κάτοικοι της περιοχής, αλλά και οι «λαϊκιτζήδες» έχουν τον χώρο τους και ξέρουν τον κόσμο, κάνουν το πελατολόγιό τους... και αν όχι, παίρνουν τα κουβαδάκια τους και… σε άλλη λαϊκή.Σε μία τέτοια λαϊκή, που τη λένε Μπόσκο Μπούχα (ο Boško Buha είναι μία προσωπικότητα της ιστορίας των Σέρβων), στη γωνία της λεωφόρου του Λένιν (που μετονομάστηκε σε λεωφόρο του Νέμανιτς) με την οδό των αδερφών Τάσκοβιτσ (αν θυμάμαι καλά), πήρα κάποια «μαθήματα» ζωής, δέχτηκα ένα δυνατό «φως» που μου άνοιξε τα μάτια, έλεγα τις καθημερινές μου καλημέρες, κόβοντας δρόμο πηγαίνοντας στην Ιατρική και καλησπέρες, στο γυρισμό, οπότε έκανα και τα ψώνια μου.
Εκεί έμαθα να ξεχωρίζω την καλή, φρέσκια, μικρή πράσινη ντομάτα από την μπαγιάτικη, την «καλή απ’έξω και χαλασμένη από μέσα» πράσινη ντομάτα που προορίζεται για τουρσί… και πόση εκτίμηση κέρδισα από τους «λαϊκιτζήδες», όταν τους είπα ότι ψάχνω ντομάτες για να κάνω το δικό μου τουρσί, με Σέρβικη συνταγή!!!
Στην ίδια "γωνιακή" λαϊκή, κάπου στο πέμπτο φοιτητικό μου έτος, έγινα «στουπί», «τύφλα», πίνοντας Σλίβοβιτσα (αν και εγώ το έλεγα και το λέω Σλίμοβιτσα), Σέρβικο ρακί, από τις 11 το πρωί, γιατί είχα περάσει ένα «δυνατό» μάθημα!
Εκεί, κάποια στιγμή, ένιωσα πως υπάρχουν άνθρωποι που με νοιάζονται, έστω και αν είναι ξένοι, όταν είδα τη θλίψη στα μάτια τους, γιατί τους είπα πως δεν πέρασα το μάθημα στην εξεταστική του καλοκαιριού. Αν και ξένοι, με ένιωσαν, κατάλαβαν πως έβλεπα τα καράβια μου να βουλιάζουν και όμως, μου συμπαραστάθηκαν. Φυσικά, Σέρβοι είναι αυτοί… το ρακί πάει με όλα και είναι η καλύτερη παρηγοριά! Η γειτονιά μου μπορεί να άλλαξε, άρα και η λαϊκή, αλλά η σχέση μου με τους λαϊκιτζήδες, παρέμενε δυνατή. Είναι όπως τα τρένα και τους ανθρώπους : μπορεί να τα χρησιμοποιούμε για τον ίδιο προορισμό επί χρόνια και μετά να ταξιδεύουμε με άλλα μέσα, όταν όμως κάποτε ξαναπάρουμε τρένο, έστω και για ταξίδι προς «αλλού», σίγουρα θα νιώσουμε και πάλι την ίδια γλυκιά, ταξιδιάρικη αίσθηση, την γνώριμη χαρά και τη συγκίνηση του τσαφ τσουφ!
Κάπως έτσι ένιωσα κι εγώ όταν ξαναπήγα στην παλιά μου λαϊκή, ακόμα και ως «γιατρός β’», μέσα σε ασθενοφόρο (τελειόφοιτος τότε). Η οικειότητα του «λαϊκιτζή» ασθενή μόλις με γνώρισε, ήταν αυτή που με έκανε να σκεφτώ και να θυμάμαι για πάντα πως
«τί "γιατρός" και μα**κίες? Εγώ είμαι άνθρωπος απλός, καλός, λαϊκός!!!».
Μπορεί η ιστοριούλα να μην είναι όλη αληθινή, σίγουρα όμως κρύβει κάτι για τη λαϊκή και την Σερβία και είναι αυτό που νιώθω και για τις δύο… (και μου λείπουν, γαμώτο)!!!
Κάποια από όλα όσα έγραψα δεν είναι αλήθεια, αλλά τα πρόσθεσα για να μπορέσω να συμπληρώσω την ιστοριούλα και να σας χαρίσω τραγουδάκια. Με εξαίρεση το τραγούδι του εναλλακτικού τίτλου 1 (που είναι άθλιο) τα υπόλοιπα είναι από το γκρουπ των My Ok Hotel, ενός συγκροτήματος indie μουσικής, που μας έρχονται από την Ιρλανδία. Περισσότερα μπορείτε να μάθετε εδώ… ή στο google, βρε αδερφέ!!!
Διάγνωση
Ιστορίες της ζωής...,
Ιστορίες της μουσικής...
Τρίτη 13 Μαΐου 2008
ΙδιογράφΩς
Μετά από άμεση πρόσκληση της φίλης μου Me:Moir, έμμεση πρόσκληση της φίλης μου Όναρ και ένα πεταμένο μπαλάκι της φίλης μου Archive, αποφάσισα να γράψω κι εγώ κάτι με την παλιά, κλασσική μέθοδο «χαρτί και μολύβι», να το φωτογραφίσω και να το δημοσιεύσω εδώ! Ιδού :

Για το http://autographcollectors.blogspot.com/
Υ.Γ. : Δεν παίζω σε blogoπαίχνιδα, λέμεεε!!!
Για το http://autographcollectors.blogspot.com/
Υ.Γ. : Δεν παίζω σε blogoπαίχνιδα, λέμεεε!!!
Διάγνωση
Ιστορίες της πλάκας...
Κυριακή 11 Μαΐου 2008
Μητέρα, μανούλα, μαμά... και γιαγιά!!!
Κυριακή, 11 Μαΐου, η ημέρα που έχει οριστεί ως η ημέρα της μητέρας. Αν υπάρχει κάτι τέτοιο, όπως η μία και μοναδική μέρα της μητέρας, μιας και όπως είπε στις 8 Μαρτίου (ημέρα της γυναίκας) η φίλη μου η Ντέμη «όπως έγιναν τα πράγματα, κάθε μέρα είναι σαν μέρα της γυναίκας». Άρα, κάθε μέρα θα μπορούσε να είναι και μέρα της μητέρας, του άντρα, του πατέρα… αρκεί να νιώθουμε εμείς έτσι! Ε, είναι και λίγο εμπορικά όλα αυτά…
Ειδικά για την ημέρα της μητέρας όμως, νιώθω κάπως. Ίσως είναι γιατί όσα χρόνια σπούδαζα, ήξερα πως η μητέρα μου θα περιμένει πώς και πώς να ξυπνήσω και να την πάρω τηλέφωνο για τα «χρόνια πολλά»… και τί χαρά έκανε, όταν κάποτε κανόνισα με ένα φίλο και της έστειλα λουλούδια στο σπίτι (ο φίλος τα έστειλε, μιας και εγώ σπούδαζα στη Σερβία).
Υποθέτω πως θα μπορούσα να γράφω ώρες ατέλειωτες κάτι «σοβαρό» για τις μαμάδες μας και να γελάω και να κλαίω, αλλά… Dr Pako είναι αυτός, είναι δυνατόν να μην γράψει κάτι λίγο διαφορετικό? Σκέφτηκα, λοιπόν, μία ιστοριούλα που ίσως και να δείχνει όλα όσα νιώθουμε (εμείς τα παιδιά) ή/και μία μαμά! Α, αφού η γιαγιά λέει πως «του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου» έτσι κι εγώ λέω πως «της μαμάς μου – και του μπαμπά μου - η μαμά είναι δυο φορές μαμά μου» (αν και οι δικές μου γιαγιάδες έχουν πεθάνει, δυστυχώς)… Ιδού :
Κάποτε, κάποια «μεγάλη» στιγμή της ζωής της, η κόρη γίνεται μητέρα. Και τότε, αλλάζουν όλα… Η σύζυγος που είναι πλέον μαμά αναλαμβάνει τα καθήκοντα του σπιτιού, έχοντας την έγνοια των παιδιών στο μυαλό της και αυτό την κάνει… παρανοϊκή!
Το παιδί μεγαλώνει χωρίς πολλά παράπονα και προβληματισμούς, μέχρι να ξεκινήσει το σχολείο, όπου και αρχίζει να καταλαβαίνει τι «παίζει». Η παρανοϊκή μαμά, σου έχει ετοιμάσει το μεγαλύτερο σάντουιτς του σχολείου, με παριζάκι, ΤΟΥΛΙΠ, μορταδέλα και ντομάτα!
Φυσικά, αν τρως νιφάδες για πρωινό, ό,τι νιφάδες και αν είναι αυτές, η μαμά τις λέει ΚΟΝ ΦΛΕΞ! Αλλιώς τρως ψωμί μέσα σε γάλα, δηλαδή «παπάρα»!
Το καλοκαίρι έρχεται και τρως καρπούζι, πάντα με την παρατήρηση της μαμάς : «μην φας μόνο την καρδιά, γιατί θα το δει ο μπαμπάς όταν έρθει και μετά…»… και πόσο μας φόβιζε αυτή η κουβέντα της μαμάς «θα το πω στον μπαμπά σου και κανόνισε»… Θεέ μου, ανατριχίλα στη σπονδυλική μου στήλη!!!
Καλοκαίρι και η μαμά σκέφτεται πως θέλει τον μπαμπά λίγο για τον εαυτό της μόνο, οπότε «είπε η γιαγιά πως θέλει να πας και να την δεις… έχει λέει και γατάκια στην αυλή… τί λες?»… τί να πεις? «Ο, ρε μάνα μου! Θέλω, θέλω, θέλω!»
Σε πηγαίνουν στο χωριό, στο σπίτι της γιαγιάς, που σε βλέπει, σε τσιμπάει, σε φιλάει και σε σαλιώνει, αλλά σε έχει δασκαλέψει η μαμά από πριν «μην πεις πάλι καμιά χαζομάρα… από αγάπη σε χαϊδεύει και σε φιλάει»… «ε, δεν μπορεί να κάνει μια αποτρίχωση τουλάχιστον? Με τσιμπάνε τα μουστάκια της», σκέφτεσαι… αλλά είσαι μικρός ακόμα για να μιλήσεις!
Οι μέρες περνάνε και χαίρεσαι και παίζεις και… τρως! Αν και η κουζίνα του σπιτιού της γιαγιάς είναι πλήρως εξοπλισμένη, εκείνη προτιμάει να μαγειρεύει… στο παλιό κουζινάκι, που έχει διαμορφώσει στην αποθήκη! Φυσικά, χρησιμοποιεί μόνο δυο επιλογές : σβηστός φούρνος, καυτός φούρνος! Ενδιάμεσα, «δεν έχει»!
Η γιαγιά συνήθως μαγειρεύει με λαρδί και ζωικό λίπος, γιατί «είναι καλύτερα» και γιατί «έτσι μάθαμε εμείς»! Τα μακαρόνια, τα τηγανητά αυγά, οι πίτες και ό,τι άλλο κάνει, έχουν μια γεύση… αρνίσια - από το λίπος - και πάντα συνδυάζονται με «τα καλύτερα και πιο υγιεινά αγαθά» : το κρεμμύδι , το σκόρδο και… το λάχανο τουρσί!!!
Η δυο φορές μαμά μας, αφού φτιάξει το δικό της, σπιτικό, «χωριάτικο» ψωμί, κόβει μια «φετάρα» πάχους 5 εκατοστών, της βάζει Μερέντα πάχους άλλων 5 εκατοστών και αν δεν θέλεις να την φας, σε κυνηγάει μέσα στο σπίτι με την ξύλινη κουτάλα της! Φυσικά, τίποτα δεν πάει χαμένο στο σπίτι της γιαγιάς, γι’αυτό και μπορείς να βρεις στο ψυγείο την Μερέντα που άνοιξες τα Χριστούγεννα… πριν από 3 χρόνια!!!
Η καλή μας η γιαγιά, τα έχει όλα, αλλά δεν συμφέρει, μιας και δεν δέχεται πως… κάποια στιγμή χορταίνεις! «Έλα, φάε, να ψηλώσεις»! Μα πως μπορεί ένα παιδί να φάει ψωμί με μερέντα ή/και μαρμελάδα, γάλα, πίτα, μπριζόλα, κεφτεδάκια, πατάτες τηγανιτές, φασολάκια, σαλάτα, γλυκό, κομπόστα… και όλα αυτά σε ένα γεύμα, αφού μέχρι να τελειώσει το ένα, αρχίζει το άλλο?!?! Ειλικρινά, τόσο φαί που έριξα στα νιάτα μου, θα έπρεπε να είμαι 8,5 μέτρα τώρα! Α, μην ξεχνάτε : «φάε το παχάκι, είναι καλό, υγεία!». Μπλιαχ!!!
Το καλοκαίρι φεύγει, έρχεται το φθινόπωρο, ενώ εσύ μεγαλώνεις. Μέσα στη ζωή μας, καλώς ή κακώς, είναι και οι αρρώστιες! Και «ποιος ακούει τη μαμά όταν της πω ότι έχω πάλι πυρετό», σκέφτεσαι ενώ ψήνεσαι, όχι μόνο από τον πυρετό, αλλά και από το άγχος για την αντίδραση της μαμάς!!!
«Τα έλεγα εγώ, δεν τα έλεγα? Άλλη φορά να φοράς μια φανέλα από κάτω από το μπλουζάκι και να μην κάθεσαι στο «ρεύμα»… μπορεί να πεθάνεις από το «ρεύμα», το ξέρεις? Και σου είπα ότι κρύωνα κιόλας!» λέει η μαμά… «μα, εσύ κρύωνες, εγώ να ντυθ…», προσπαθείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, αλλά ακούς «σουτ, σιωπή» από τη μάνα – «θεραπεύτρια», μιας και όπως κάθε μαμά, έχει το δικό της φαρμακείο.
Ε, το παιδί είναι άρρωστο, είναι δυνατόν να μην έρθει να το δει η γιαγιά? Και να σου τα γιατροσόφια : «τύλιξε του μια πετσέτα με τριμμένο κρεμμύδι στο λαιμό, για το κρύωμα, βαλε του από μια χοιρινή μπριζόλα σε κάθε μάγουλο για τις μαγουλάδες και δώσε του να φάει λίγο σκόρδο για να ανοίξει η μύτη του»! Φυσικά, είναι η ίδια γιαγιά που σου έδωσε ούζο, μόλις άρχισες να κλαις, επειδή άρχισες να βγάζεις τα πρώτα σου δόντια, κάποτε! Ωχ, παραλίγο να ξεχάσω το «απόλυτο φάρμακο όλων των εποχών», που σίγουρα χρησιμοποιούν όλες οι μαμάδες και οι γιαγιάδες : το ΒΙΞ! «Γιαγιά, βρωμάει», παραπονιέσαι και ακούς «σουτ, σιωπή!»… Μα, τί στο καλό, όλες στην ίδια σχολή «σουτ, σιωπή» πηγαίνουν? Και συμπληρώνει η γιαγιά «κι αν σου έρθει να αεριστείς, μην ντρέπεσαι, είναι υγεία να κλ*νεις»!!!
Τα χρόνια περνάνε, μεγαλώνεις, βγαίνεις, νυχτοπερπατάς και μια μέρα αναρωτιέσαι «παλιά, όταν πατούσα «κακά», η μαμά μου έλεγε πως είναι γούρι…τώρα, γιατί κάθε φορά που βλέπει τα παπούτσια μου λασπωμένα, λέει «όποιος τη νύχτα περπατεί, λάσπες και σκ*τα πατεί… τί ώρα γύρισες πάλι, γαϊδούρι?»!?
«Μεγάλος» πια, συνηθίζεις να πίνεις καφέ, αλλά κάποια στιγμή θέλεις να πιεις και ένα τσαγάκι και αμέσως σε ρωτάει η μαμά «άρρωστος είσαι?». «Όχι, αλλά για να μην αρρωστήσω από τις απορίες σου, θα μετακομίσω!» απαντάς, αποφασισμένος να ανεξαρτητοποιηθείς… ναι, καλά!!!
Νοικιάζεις σπιτάκι μόνος, το «φτιάχνεις», το επιπλώνεις, δέχεσαι επίσκεψη από τη μαμά και τη γιαγιά που σου έφεραν πιτζάμες και εσώρουχα, όλα «καλά», για να τα έχεις, γιατί «μεγάλο παιδί είσαι τώρα, όλο και καμιά θα έρθει να κοιμηθεί εδώ». «Μόνο μία?» λες, και σε στραβοκοιτάνε, μάνα και κόρη, γιαγιά και μάνα, συγχρόνως!!!
Η ζωή κυλάει όμορφα μέχρι που ένα πρωινό «ντριιιν, ντριιιν» το κουδούνι της πόρτας, η γκόμενα τρέχει να ντυθεί, εσύ δεν έχεις καταλάβει τί γίνεται και να σου μπροστά σου η μάνα σου «ήρθα να σου στρώσω το κρεβάτι, να βάλω καμιά σκούπα και να καθαρίσω, γιατί αυτή η ανεπρόκοπη…», «έλα, ρε μάνα, τώρα!» λες και προσπαθείς να τα μπαλώσεις με το «άλλο σου μισό»! Η μάνα σου, λέει τα δικά της «να βρεις ένα καλό κορίτσι, βρε, να νοικοκυρευτείς!».
Μετά από πολλά «άλλα μισά», βρίσκεις κάποτε αυτό που νομίζεις, νιώθεις και πιστεύεις πως είναι όντως ο άνθρωπος σου. Ακόμα και τότε, η μαμά και η γιαγιά έχουν να πούνε κάτι : «κοίτα, γιε μου… πρέπει να θυμάσαι να τρως τουλάχιστον τέσσερις φορές τη βδομάδα φαγητό «κανονικό», της κατσαρόλας, να την μάθεις να βάζει τα κουτάλια στο τραπέζι, όχι όλο έξω και έτοιμα και στεγνά…θα πάθεις τίποτα…», και μετά λένε, παρατηρώντας τη νύφη από μακριά «αχ, κοίτα την, την φοράδα, όλη η μέση της έξω είναι! Θα παγώσουν τα ωάρια της και πως θα κάνει παιδιά?»… «Μαμά! Γιαγιά! Τι λέτε τώρα? Τι είναι τα ωάρια και θα παγώσουν?» λες με βαριά αντρική φωνή, αλλά σε κατατροπώνει το διπλό «Σουτ! Σιωπή!».
Η μέρα του γάμου σου έρχεται, και όπως κάθε μητέρα, έτσι και η μαμά σου θέλει επιτέλους να τραγουδήσει, να ακούσει, να χορέψει το αγαπημένο τραγούδι κάθε παραδοσιακής μάνας «στου παιδιού μου την χαρά, έσφαξα έναν κόκορα»!
Πώς γίνεται αυτό το παράξενο πράγμα όμως? Η μαμά σου και η γιαγιά σου, ισχυρίζονται ότι ποτέ δεν κουτσομπολεύουν, κι όμως… ε, πως ήξεραν ποια χώρισε και ποια «ζευγάρωσε», ποια έβαψε τα μαλλιά της και τι θα φοράει η κάθε μια? Ο γάμος έγινε και το γλέντι… ήταν τόσο «αρμονικά» κανονισμένο από μαμά και γιαγιά (υπολογίστε και τις πεθερές «μαμά» και «γιαγιά» τώρα) που οι φωτογραφίες του γάμου θυμίζουν πίνακα ζωγραφικής!!!
Καθώς περνάνε τα χρόνια, η θέση σου είναι τέτοια ώστε να πρέπει να επιβεβαιώνεις τη μαμά σου πως τρως καλά, αλλά σαν τη δική της μαγειρική… «δεν έχει»!
Κάποτε, η γυναίκα σου γίνεται με τη σειρά της μητέρα και η μαμά σου γίνεται γιαγιά… και όσο και αν σιχαινόταν αυτά τα «εθίματα του χωριού», την τσακώνεις μια μέρα να τρίβει με αλάτι τις κλειδώσεις του βρέφους, «για να μην συγκαίεται» και με σκόρδο την κοιλίτσα του, «για να μην πάθει τίποτα το στομάχι του… ξέχασες εσύ? Που δεν σε άλειψε σκόρδο η γιαγιά σου»… ε, τώρα, τι να της πεις? Ξέρεις πως η απάντηση που θα πάρεις από την ίδια, τη μαμά που έγινε γιαγιά, αλλά και από την γυναίκα σου που έγινε μαμά, θα είναι η ίδια «Σουτ, σιωπή»!!!
Ίσως να είναι κάπως έτσι, ίσως αυτά που έγραψα να γίνονται μόνο στις ιστορίες του μυαλού μου. Το σίγουρο είναι πως η μητέρα είναι ό,τι πιο «ιερό» υπάρχει και όπως είπε ο Κώστας Βουτσάς στο τέλος της ταινίας «20 γυναίκες κι εγώ», αφού έμαθε ότι η γυναίκα του είναι έγκυος : «αχ, τι είσαστε εσείς οι γυναίκες και πόσα τράβηξα για εσάς! Όσα και αν τράβηξα όμως, χαλάλι σας! Χαλάλι σας, γιατί μας δίνετε την καλύτερη χαρά του κόσμου! Μας δίνετε την ίδια τη ζωή!!!»… επιτρέψτε μου να προσθέσω : στην αρχή σαν παιδιά σας, μετά σαν μπαμπάδες, που δεν θα υπήρχαν χωρίς εσάς τις μαμάδες!!!
Υ.Γ. 1: Οι μουσικοί μου αναγνώστες, αυτοί που «μπαίνουν», διαβάζουν, ακούν ή/και κατεβάζουν τα τραγούδια που «κρύβω μέσα στις λέξεις, έστω και αν ποτέ δεν αφήνουν κάποιο σχόλιο, έχουν σαράντα ένα τραγούδια να ακούσουν εδώ. Τραγούδια που έχουν να κάνουν με τη μητέρα, τη μανούλα, τη μαμά! Enjoy!!!
Υ.Γ. 2 : Μαμά, σε ευχαριστώ που με έκανες αυτό που είμαι σήμερα! Σε ευχαριστώ που ακόμα με βοηθάς να γίνω καλύτερος άνθρωπος! Σε ευχαριστώ για όλα, ΣΕ ΑΓΑΠΩ!!!
Ειδικά για την ημέρα της μητέρας όμως, νιώθω κάπως. Ίσως είναι γιατί όσα χρόνια σπούδαζα, ήξερα πως η μητέρα μου θα περιμένει πώς και πώς να ξυπνήσω και να την πάρω τηλέφωνο για τα «χρόνια πολλά»… και τί χαρά έκανε, όταν κάποτε κανόνισα με ένα φίλο και της έστειλα λουλούδια στο σπίτι (ο φίλος τα έστειλε, μιας και εγώ σπούδαζα στη Σερβία).
Υποθέτω πως θα μπορούσα να γράφω ώρες ατέλειωτες κάτι «σοβαρό» για τις μαμάδες μας και να γελάω και να κλαίω, αλλά… Dr Pako είναι αυτός, είναι δυνατόν να μην γράψει κάτι λίγο διαφορετικό? Σκέφτηκα, λοιπόν, μία ιστοριούλα που ίσως και να δείχνει όλα όσα νιώθουμε (εμείς τα παιδιά) ή/και μία μαμά! Α, αφού η γιαγιά λέει πως «του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου» έτσι κι εγώ λέω πως «της μαμάς μου – και του μπαμπά μου - η μαμά είναι δυο φορές μαμά μου» (αν και οι δικές μου γιαγιάδες έχουν πεθάνει, δυστυχώς)… Ιδού :
Κάποτε, κάποια «μεγάλη» στιγμή της ζωής της, η κόρη γίνεται μητέρα. Και τότε, αλλάζουν όλα… Η σύζυγος που είναι πλέον μαμά αναλαμβάνει τα καθήκοντα του σπιτιού, έχοντας την έγνοια των παιδιών στο μυαλό της και αυτό την κάνει… παρανοϊκή!
Το παιδί μεγαλώνει χωρίς πολλά παράπονα και προβληματισμούς, μέχρι να ξεκινήσει το σχολείο, όπου και αρχίζει να καταλαβαίνει τι «παίζει». Η παρανοϊκή μαμά, σου έχει ετοιμάσει το μεγαλύτερο σάντουιτς του σχολείου, με παριζάκι, ΤΟΥΛΙΠ, μορταδέλα και ντομάτα!
Φυσικά, αν τρως νιφάδες για πρωινό, ό,τι νιφάδες και αν είναι αυτές, η μαμά τις λέει ΚΟΝ ΦΛΕΞ! Αλλιώς τρως ψωμί μέσα σε γάλα, δηλαδή «παπάρα»!
Το καλοκαίρι έρχεται και τρως καρπούζι, πάντα με την παρατήρηση της μαμάς : «μην φας μόνο την καρδιά, γιατί θα το δει ο μπαμπάς όταν έρθει και μετά…»… και πόσο μας φόβιζε αυτή η κουβέντα της μαμάς «θα το πω στον μπαμπά σου και κανόνισε»… Θεέ μου, ανατριχίλα στη σπονδυλική μου στήλη!!!
Καλοκαίρι και η μαμά σκέφτεται πως θέλει τον μπαμπά λίγο για τον εαυτό της μόνο, οπότε «είπε η γιαγιά πως θέλει να πας και να την δεις… έχει λέει και γατάκια στην αυλή… τί λες?»… τί να πεις? «Ο, ρε μάνα μου! Θέλω, θέλω, θέλω!»
Σε πηγαίνουν στο χωριό, στο σπίτι της γιαγιάς, που σε βλέπει, σε τσιμπάει, σε φιλάει και σε σαλιώνει, αλλά σε έχει δασκαλέψει η μαμά από πριν «μην πεις πάλι καμιά χαζομάρα… από αγάπη σε χαϊδεύει και σε φιλάει»… «ε, δεν μπορεί να κάνει μια αποτρίχωση τουλάχιστον? Με τσιμπάνε τα μουστάκια της», σκέφτεσαι… αλλά είσαι μικρός ακόμα για να μιλήσεις!
Οι μέρες περνάνε και χαίρεσαι και παίζεις και… τρως! Αν και η κουζίνα του σπιτιού της γιαγιάς είναι πλήρως εξοπλισμένη, εκείνη προτιμάει να μαγειρεύει… στο παλιό κουζινάκι, που έχει διαμορφώσει στην αποθήκη! Φυσικά, χρησιμοποιεί μόνο δυο επιλογές : σβηστός φούρνος, καυτός φούρνος! Ενδιάμεσα, «δεν έχει»!
Η γιαγιά συνήθως μαγειρεύει με λαρδί και ζωικό λίπος, γιατί «είναι καλύτερα» και γιατί «έτσι μάθαμε εμείς»! Τα μακαρόνια, τα τηγανητά αυγά, οι πίτες και ό,τι άλλο κάνει, έχουν μια γεύση… αρνίσια - από το λίπος - και πάντα συνδυάζονται με «τα καλύτερα και πιο υγιεινά αγαθά» : το κρεμμύδι , το σκόρδο και… το λάχανο τουρσί!!!
Η δυο φορές μαμά μας, αφού φτιάξει το δικό της, σπιτικό, «χωριάτικο» ψωμί, κόβει μια «φετάρα» πάχους 5 εκατοστών, της βάζει Μερέντα πάχους άλλων 5 εκατοστών και αν δεν θέλεις να την φας, σε κυνηγάει μέσα στο σπίτι με την ξύλινη κουτάλα της! Φυσικά, τίποτα δεν πάει χαμένο στο σπίτι της γιαγιάς, γι’αυτό και μπορείς να βρεις στο ψυγείο την Μερέντα που άνοιξες τα Χριστούγεννα… πριν από 3 χρόνια!!!
Η καλή μας η γιαγιά, τα έχει όλα, αλλά δεν συμφέρει, μιας και δεν δέχεται πως… κάποια στιγμή χορταίνεις! «Έλα, φάε, να ψηλώσεις»! Μα πως μπορεί ένα παιδί να φάει ψωμί με μερέντα ή/και μαρμελάδα, γάλα, πίτα, μπριζόλα, κεφτεδάκια, πατάτες τηγανιτές, φασολάκια, σαλάτα, γλυκό, κομπόστα… και όλα αυτά σε ένα γεύμα, αφού μέχρι να τελειώσει το ένα, αρχίζει το άλλο?!?! Ειλικρινά, τόσο φαί που έριξα στα νιάτα μου, θα έπρεπε να είμαι 8,5 μέτρα τώρα! Α, μην ξεχνάτε : «φάε το παχάκι, είναι καλό, υγεία!». Μπλιαχ!!!
Το καλοκαίρι φεύγει, έρχεται το φθινόπωρο, ενώ εσύ μεγαλώνεις. Μέσα στη ζωή μας, καλώς ή κακώς, είναι και οι αρρώστιες! Και «ποιος ακούει τη μαμά όταν της πω ότι έχω πάλι πυρετό», σκέφτεσαι ενώ ψήνεσαι, όχι μόνο από τον πυρετό, αλλά και από το άγχος για την αντίδραση της μαμάς!!!
«Τα έλεγα εγώ, δεν τα έλεγα? Άλλη φορά να φοράς μια φανέλα από κάτω από το μπλουζάκι και να μην κάθεσαι στο «ρεύμα»… μπορεί να πεθάνεις από το «ρεύμα», το ξέρεις? Και σου είπα ότι κρύωνα κιόλας!» λέει η μαμά… «μα, εσύ κρύωνες, εγώ να ντυθ…», προσπαθείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, αλλά ακούς «σουτ, σιωπή» από τη μάνα – «θεραπεύτρια», μιας και όπως κάθε μαμά, έχει το δικό της φαρμακείο.
Ε, το παιδί είναι άρρωστο, είναι δυνατόν να μην έρθει να το δει η γιαγιά? Και να σου τα γιατροσόφια : «τύλιξε του μια πετσέτα με τριμμένο κρεμμύδι στο λαιμό, για το κρύωμα, βαλε του από μια χοιρινή μπριζόλα σε κάθε μάγουλο για τις μαγουλάδες και δώσε του να φάει λίγο σκόρδο για να ανοίξει η μύτη του»! Φυσικά, είναι η ίδια γιαγιά που σου έδωσε ούζο, μόλις άρχισες να κλαις, επειδή άρχισες να βγάζεις τα πρώτα σου δόντια, κάποτε! Ωχ, παραλίγο να ξεχάσω το «απόλυτο φάρμακο όλων των εποχών», που σίγουρα χρησιμοποιούν όλες οι μαμάδες και οι γιαγιάδες : το ΒΙΞ! «Γιαγιά, βρωμάει», παραπονιέσαι και ακούς «σουτ, σιωπή!»… Μα, τί στο καλό, όλες στην ίδια σχολή «σουτ, σιωπή» πηγαίνουν? Και συμπληρώνει η γιαγιά «κι αν σου έρθει να αεριστείς, μην ντρέπεσαι, είναι υγεία να κλ*νεις»!!!
Τα χρόνια περνάνε, μεγαλώνεις, βγαίνεις, νυχτοπερπατάς και μια μέρα αναρωτιέσαι «παλιά, όταν πατούσα «κακά», η μαμά μου έλεγε πως είναι γούρι…τώρα, γιατί κάθε φορά που βλέπει τα παπούτσια μου λασπωμένα, λέει «όποιος τη νύχτα περπατεί, λάσπες και σκ*τα πατεί… τί ώρα γύρισες πάλι, γαϊδούρι?»!?
«Μεγάλος» πια, συνηθίζεις να πίνεις καφέ, αλλά κάποια στιγμή θέλεις να πιεις και ένα τσαγάκι και αμέσως σε ρωτάει η μαμά «άρρωστος είσαι?». «Όχι, αλλά για να μην αρρωστήσω από τις απορίες σου, θα μετακομίσω!» απαντάς, αποφασισμένος να ανεξαρτητοποιηθείς… ναι, καλά!!!
Νοικιάζεις σπιτάκι μόνος, το «φτιάχνεις», το επιπλώνεις, δέχεσαι επίσκεψη από τη μαμά και τη γιαγιά που σου έφεραν πιτζάμες και εσώρουχα, όλα «καλά», για να τα έχεις, γιατί «μεγάλο παιδί είσαι τώρα, όλο και καμιά θα έρθει να κοιμηθεί εδώ». «Μόνο μία?» λες, και σε στραβοκοιτάνε, μάνα και κόρη, γιαγιά και μάνα, συγχρόνως!!!
Η ζωή κυλάει όμορφα μέχρι που ένα πρωινό «ντριιιν, ντριιιν» το κουδούνι της πόρτας, η γκόμενα τρέχει να ντυθεί, εσύ δεν έχεις καταλάβει τί γίνεται και να σου μπροστά σου η μάνα σου «ήρθα να σου στρώσω το κρεβάτι, να βάλω καμιά σκούπα και να καθαρίσω, γιατί αυτή η ανεπρόκοπη…», «έλα, ρε μάνα, τώρα!» λες και προσπαθείς να τα μπαλώσεις με το «άλλο σου μισό»! Η μάνα σου, λέει τα δικά της «να βρεις ένα καλό κορίτσι, βρε, να νοικοκυρευτείς!».
Μετά από πολλά «άλλα μισά», βρίσκεις κάποτε αυτό που νομίζεις, νιώθεις και πιστεύεις πως είναι όντως ο άνθρωπος σου. Ακόμα και τότε, η μαμά και η γιαγιά έχουν να πούνε κάτι : «κοίτα, γιε μου… πρέπει να θυμάσαι να τρως τουλάχιστον τέσσερις φορές τη βδομάδα φαγητό «κανονικό», της κατσαρόλας, να την μάθεις να βάζει τα κουτάλια στο τραπέζι, όχι όλο έξω και έτοιμα και στεγνά…θα πάθεις τίποτα…», και μετά λένε, παρατηρώντας τη νύφη από μακριά «αχ, κοίτα την, την φοράδα, όλη η μέση της έξω είναι! Θα παγώσουν τα ωάρια της και πως θα κάνει παιδιά?»… «Μαμά! Γιαγιά! Τι λέτε τώρα? Τι είναι τα ωάρια και θα παγώσουν?» λες με βαριά αντρική φωνή, αλλά σε κατατροπώνει το διπλό «Σουτ! Σιωπή!».
Η μέρα του γάμου σου έρχεται, και όπως κάθε μητέρα, έτσι και η μαμά σου θέλει επιτέλους να τραγουδήσει, να ακούσει, να χορέψει το αγαπημένο τραγούδι κάθε παραδοσιακής μάνας «στου παιδιού μου την χαρά, έσφαξα έναν κόκορα»!
Πώς γίνεται αυτό το παράξενο πράγμα όμως? Η μαμά σου και η γιαγιά σου, ισχυρίζονται ότι ποτέ δεν κουτσομπολεύουν, κι όμως… ε, πως ήξεραν ποια χώρισε και ποια «ζευγάρωσε», ποια έβαψε τα μαλλιά της και τι θα φοράει η κάθε μια? Ο γάμος έγινε και το γλέντι… ήταν τόσο «αρμονικά» κανονισμένο από μαμά και γιαγιά (υπολογίστε και τις πεθερές «μαμά» και «γιαγιά» τώρα) που οι φωτογραφίες του γάμου θυμίζουν πίνακα ζωγραφικής!!!
Καθώς περνάνε τα χρόνια, η θέση σου είναι τέτοια ώστε να πρέπει να επιβεβαιώνεις τη μαμά σου πως τρως καλά, αλλά σαν τη δική της μαγειρική… «δεν έχει»!
Κάποτε, η γυναίκα σου γίνεται με τη σειρά της μητέρα και η μαμά σου γίνεται γιαγιά… και όσο και αν σιχαινόταν αυτά τα «εθίματα του χωριού», την τσακώνεις μια μέρα να τρίβει με αλάτι τις κλειδώσεις του βρέφους, «για να μην συγκαίεται» και με σκόρδο την κοιλίτσα του, «για να μην πάθει τίποτα το στομάχι του… ξέχασες εσύ? Που δεν σε άλειψε σκόρδο η γιαγιά σου»… ε, τώρα, τι να της πεις? Ξέρεις πως η απάντηση που θα πάρεις από την ίδια, τη μαμά που έγινε γιαγιά, αλλά και από την γυναίκα σου που έγινε μαμά, θα είναι η ίδια «Σουτ, σιωπή»!!!
Ίσως να είναι κάπως έτσι, ίσως αυτά που έγραψα να γίνονται μόνο στις ιστορίες του μυαλού μου. Το σίγουρο είναι πως η μητέρα είναι ό,τι πιο «ιερό» υπάρχει και όπως είπε ο Κώστας Βουτσάς στο τέλος της ταινίας «20 γυναίκες κι εγώ», αφού έμαθε ότι η γυναίκα του είναι έγκυος : «αχ, τι είσαστε εσείς οι γυναίκες και πόσα τράβηξα για εσάς! Όσα και αν τράβηξα όμως, χαλάλι σας! Χαλάλι σας, γιατί μας δίνετε την καλύτερη χαρά του κόσμου! Μας δίνετε την ίδια τη ζωή!!!»… επιτρέψτε μου να προσθέσω : στην αρχή σαν παιδιά σας, μετά σαν μπαμπάδες, που δεν θα υπήρχαν χωρίς εσάς τις μαμάδες!!!
Υ.Γ. 1: Οι μουσικοί μου αναγνώστες, αυτοί που «μπαίνουν», διαβάζουν, ακούν ή/και κατεβάζουν τα τραγούδια που «κρύβω μέσα στις λέξεις, έστω και αν ποτέ δεν αφήνουν κάποιο σχόλιο, έχουν σαράντα ένα τραγούδια να ακούσουν εδώ. Τραγούδια που έχουν να κάνουν με τη μητέρα, τη μανούλα, τη μαμά! Enjoy!!!
Υ.Γ. 2 : Μαμά, σε ευχαριστώ που με έκανες αυτό που είμαι σήμερα! Σε ευχαριστώ που ακόμα με βοηθάς να γίνω καλύτερος άνθρωπος! Σε ευχαριστώ για όλα, ΣΕ ΑΓΑΠΩ!!!
Διάγνωση
Ιστορίες της οικογένειας...
Πέμπτη 8 Μαΐου 2008
Grill Giotis!!!
Ανοίξαμε και σας περιμένουμε. Ή μάλλον, άνοιξαν (οι γονείς μου) και σας περιμένουν. Ή μάλλον, ας τα πάρουμε από την αρχή…
Ήταν το έτος 1976 όταν ο πατέρας μου, κύριος Γιώτης, και ο ξάδερφος του, κύριος Β. , αποφάσισαν να ανοίξουν ένα σουβλατζίδικο. Οι δυο τους παρέλαβαν το μαγαζί του κυρίου Άγγελου, ο οποίος έμαθε την «τέχνη» του γύρου στον πατέρα μου (και σήμερα έχει ένα εστιατόριο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης).
Νέοι τότε, νιόπαντροι και οι δύο και νεοφερμένοι στη Θεσσαλονίκη, ο Γιώτης και ο Β. , περνούσαν κάθε μέρα δουλεύοντας πολύ, αλλά και γλεντώντας. Μέσα στην τρέλα των νιάτων τους, πού να βρουν μυαλό για δουλειά. Πρόσφατα έμαθα πως ο καθρέφτης που υπάρχει έξω από το σουβλατζίδικο και δίπλα στην είσοδο, ήταν «παγίδα», για να σταματούν οι γυναίκες και να τις «πειράζουν» οι εν λόγω σουβλατζίδες!
Το μαγαζί τότε ήταν σχετικά «αφημένο», με ένα δυο ποντικάκια να κάνουν βόλτες ανάμεσα στα πόδια των πελατών που έκαναν πλάκα και τα τάιζαν σαν κατοικίδια, με μουσαμάδες στα πατώματα και ταπετσαρίες στους τοίχους, αλλά πάντα με καλή καρδιά και πολύ κέφι. Μόνο που το κέφι για τον Γιώτη και τον Β. , σήμαινε και πολλά κεράσματα και πολλά «δανεικά και αγύριστα»…
Το 1979 η μητέρα μου γέννησε τον δεύτερο γιο της (εμένα). Αυτό σήμαινε πως τα έξοδα και οι υποχρεώσεις της οικογένειας μεγάλωσαν, οπότε έπρεπε να σταματήσουν τα γλέντια και τα κεράσματα του σουβλατζίδικου. Ίσως το ότι ο Γιώτης και ο Β. δεν τα πήγαιναν πολύ καλά (ως συνεργάτες) να βοήθησε στη λήψη της απόφασης, και το σουβλατζίδικο έκλεισε, στις αρχές του 1980.
Μετά από δύο χρόνια, οι γονείς μου είχαν την φαεινή ιδέα να ανοίξουν μαζί το σουβλατζίδικο, οι δυο τους. Έτσι και έπραξαν, μόνο που αυτή τη φορά ήταν πιο οργανωμένοι. Τα γλέντια με ελληνική ρεμπέτικη και λαϊκή μουσική, ήταν περιορισμένα, όπως και τα κεράσματα και τα δανεικά ("λέμε" τώρα...). Η δουλειά ήταν ΔΟΥΛΕΙΑ, η καθαριότητα της μαμάς Τούλας επέβαλε καινούριες ταπετσαρίες και μουσαμάδες που άλλαζαν συχνά πυκνά, τα σκεύη ήταν καινούρια και πάντα καθαρά και πλυμένα στο χέρι, τα προϊόντα ήταν πάντα φρέσκα και διαλεγμένα προσεκτικά, (π.χ. οι πατάτες, που καθαριζόντουσαν κάθε μέρα στο χέρι) , ενώ οι πελάτες ήταν… «κάθε καρυδιάς, καρύδι»!!!
Ο πελάτης που τότε ήταν παππούς, σήμερα δεν υπάρχει πια, κατά πάσα πιθανότητα. Ο τότε πατέρας που ερχόταν στο σουβλατζίδικο με τον πιτσιρικά γιο του, σήμερα έρχεται πάλι με κάποιον πιτσιρικά, μόνο που τώρα είναι εγγονός του. Ο τότε πιτσιρικάς, σήμερα είναι οικογενειάρχης, επαγγελματίας, «φτιαγμένος» στη ζωή. Φυσικά, το ίδιο ισχύει και για τις γυναίκες πελάτισσες του τότε και του σήμερα.
Ένας από τους τότε πιτσιρικάδες, είναι ο Δημήτρης Σταρόβας. Ήταν μαθητής τότε, όταν έμπαινε μέσα στο μαγαζί, πετούσε την τσάντα σε μια γωνιά, έπαιρνε σάντουιτς στο ένα χέρι, ενώ στο άλλο κρατούσε την κιθάρα του, και κατηφόριζε για το πλακόστρωτο, μαρμάρινο πάρκο του Διοικητηρίου. Σε εκείνο το πάρκο βρισκόταν με άλλους πιτσιρικάδες και ίσως πελάτες του μαγαζιού, όπως ο Αντώνης Κανάκης η/και ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος. Άλλωστε, η περιοχή του Διοικητηρίου όπου είναι και το σουβλατζίδικο, έχει «βγάλει» πολλά «ονόματα». Κάποια από αυτά, πέρασαν και από τον «Γιώτη» (κάποτε ήταν στέκι, ο «Γιώτης», στο Διοικητήριο).
Μία ολόκληρη ομάδα, η Νίκη Διοικητηρίου, είχε οργανωθεί έτσι ώστε να έχει σαν «γραφεία» της, τον «Γιώτη». Όλοι οι παίχτες της, όπως και οι φίλοι της ομάδας, είχαν περάσει από το σουβλατζίδικο ( και κάποιοι από αυτούς, μας κάνουν την τιμή να περνάνε και τώρα). Ακόμα και στη νίκη κάποιου πρωταθλήματος, η διοίκηση της ομάδας είχε «αναγκάσει» τους γονείς μου να κρατήσουν το σουβλατζίδικο ανοιχτό όλη τη νύχτα, για να το γλεντήσουν! Φυσικά και έτσι έγινε, σε ένα γλέντι που έχει μείνει αξέχαστο σε όλους τους συμμετέχοντες!
Ανάμεσα στους καθημερινούς και απλούς πελάτες, ήταν και αρκετοί επώνυμοι και διάσημοι, όπως οι ηθοποιοί Νίκος Ρίζος, Σπύρος Καλογήρου και Γιώργος Πετρόχειλος, οι καλαθοσφαιριστές Γιώργος Μπαλογιάννης, Βασίλης Λυπηρίδης και Μιχάλης Μισούνοφ, οι πολιτικοί Παναγιώτης Ψωμιάδης, Κωνσταντίνος Τριαρίδης και Άκης Τσοχατζόπουλος, ο συγγραφέας Ντίνος Χριστιανόπουλος όπως και πολλοί άλλοι, που σίγουρα ξεχνάω τώρα. Α, μεταξύ αυτών ήταν και ο Πασχάλης Τερζής, μόνο που αυτός δεν ερχόταν, αλλά του πηγαίναμε πακετάκια, στο καφενείο που σύχναζε.
Πρόσφατα, η λίστα αυτή συμπληρώθηκε από τη Ντέμη Παπαδοπούλου και από τις «διάσημες» για εμένα, Me:moir, Archive και Efoudi.
Με αυτά και με αυτά, τα χρόνια πέρασαν. Το μενού άλλαξε, προστέθηκε το κοτόπουλο και το Gordon blue, όπως και πολλές σαλάτες, οι ταπετσαρίες έγιναν μπογιά σε «καλό» τοίχο, οι μουσαμάδες έγιναν πλακάκια, τα ποντικάκια δεν υπάρχουν πια, αλλά μία γάτα μας επισκέπτεται συχνά, τα μηχανήματα εκσυγχρονίστηκαν (λίγο, γιατί μας αρέσει η παράδοση και η γεύση που δίνει το κάρβουνο), τα πιάτα πλένονται σε επαγγελματικό πλυντήριο, οι πατάτες αγοράζονται προτηγανισμένες, ενώ οι πελάτες εξακολουθούν να είναι… «κάθε καρυδιάς, καρύδι»!
Μπορεί από τότε μέχρι τώρα να αλλάξαμε κι εμείς σαν οικογένεια, να «χάσαμε» τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, να «αποκτήσαμε» μια νύφη (που είναι σαν αδελφή για εμένα και κόρη για τους γονείς μου), να έμαθα να δουλεύω κι εγώ, να γέρασαν οι γονείς μου, αλλά πέρα από τη μουσική που έμεινε η ίδια, ελληνική ρεμπέτικη και λαϊκή, σίγουρα δεν άλλαξε και κάτι άλλο: το μεράκι, το χαμόγελο, η καλή καρδιά και η ακόμη καλύτερη γεύση και η αναζήτησή της!
Κάπου μέσα σε αυτά τα χρόνια, μέσα στα χαμόγελα και τις γευστικές αναζητήσεις, έγινε και κάτι άσχημο : ο πατέρας μου, ο Γιώτης, «έχασε» τα νεφρά του. Τα βάρη που σήκωνε κάθε μέρα, το άγχος της δουλειάς και της ίδιας της ζωής, οι άπειρες ώρες εργασίας (15 ώρες καθημερινά, από Δευτέρα ως Σάββατο , αλλά τα τελευταία χρόνια από Δευτέρα ως Παρασκευή), η καθημερινή κατανάλωση κρέατος (ε, μη μου πεις ότι δεν πάει… η φασολάδα με τον γύρο!?) τον οδήγησαν αρχικά στη νόσο των βασιλιάδων (ως άλλος βασιλιάς… του γύρου!) και μετέπειτα στη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.
Σύμφωνα με τους νόμους τους κράτους μας, ο Γιώτης δεν μπορεί να πάρει αναπηρική σύνταξη γιατί έχει αναπηρία 3% παραπάνω από το όριο (έλεος!), οπότε το σουβλατζίδικο παραμένει ανοιχτό μέχρι να έρθει η μέρα της συνταξιοδότησής του. Ίσως αυτή να είναι και η αφορμή αυτού του κειμένου : άρχισε η αντίστροφη μέτρηση! Σύσσωμη η οικογένεια μου, ελπίζουμε ότι του χρόνου, τέτοια μέρα, το σουβλατζίδικο θα έχει κλείσει ή θα έχει αλλάξει χέρια ιδιοκτήτη ή… δεν ξέρω τι άλλο, αλλά όλοι μας ελπίζουμε πως του χρόνου τέτοια μέρα, θα γράφω πως
«ΚΛΕΙΣΑΜΕ… ΚΑΙ ΔΕΝ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ!».
Αν και πέρυσι ήμουν φαντάρος, νομίζω πως αυτή η αντίστροφη μέτρηση, μου φαίνεται πιο «βαριά». Όχι γιατί δεν μου αρέσει η συγκεκριμένη δουλειά, αλλά γιατί θέλω επιτέλους να ακούσω τους γονείς μου να λένε πως ξεκουράστηκαν! Άλλωστε, γι’ αυτό και προσπαθώ να βοηθήσω όσο μπορώ. Από ανάγκη για δουλειά, λες? Όχι! Από συνήθεια? Μπα! Από σεβασμό για το «μαγαζί μας», το σουβλατζίδικο που «έβγαζε» τόσα, ώστε να σπουδάσω και να γίνω γιατρός? Εννοείται! Από αγάπη για τους γονείς μου? Φυσικά!
Μιας και μένουν 300 και κάτι μέρες, όσοι έχετε όρεξη και διάθεση, περάστε μια βόλτα από το «μαγαζί μας». Θα σας περιμένουμε με ζεστά πιάτα και ακόμα πιο ζεστά χαμόγελα!
Grill Giotis, Φιλήμονος Δραγούμη 8, Παραπλεύρως Διοικητηρίου
RESPECT!!!
Υ.Γ. : Απόψε ήταν η πρώτη φορά που διάβασα κάποιο από τα κείμενά μου στους γονείς μου και χάρηκα πολύ και με την "έγκρισή" τους, αλλά και με τα βουρκωμένα μάτια τους! Για άλλη μία φορά
Διάγνωση
Ιστορίες του σουβλατζίδικου...
Τετάρτη 7 Μαΐου 2008
Funny cat
Ένας γάτος υπναράς, όπως και η αφεντομουτσουνάρα μου!
Ένα post μικρό, με ένα video μικρό, απλό και χαριτωμένο, για να "δείξω" στη φίλη μου Jane E. , πως οι γάτες είναι αστείες!!!
Χιχι, χι, και επιπλέον νιάου!!!
Διάγνωση
Ιστορίες της πλάκας...
Δευτέρα 5 Μαΐου 2008
Καλωδιώσου...
... μωρό μου!!!
Muse - Plug in, baby
Music therapy - personal treatment : 500 mg MUSE το πρωί και για το βράδυ... θα δούμε! Ίσως έτσι να πέσει ο πυρετός και να "φύγει" το πρήξιμο από τις αμυγδαλές μου!
Το τραγουδάκι "τα σπάει" και είναι δωράκι για την φίλη μου, Ειρήνη, αλλά και για όλες όσες γιορτάζουν σήμερα!
Να είσαστε καλά και να σας χαιρόμαστε!!!
Καλημέρα και καλή βδομάδα σε όλους και όλες!!!
Muse - Plug in, baby
Music therapy - personal treatment : 500 mg MUSE το πρωί και για το βράδυ... θα δούμε! Ίσως έτσι να πέσει ο πυρετός και να "φύγει" το πρήξιμο από τις αμυγδαλές μου!
Το τραγουδάκι "τα σπάει" και είναι δωράκι για την φίλη μου, Ειρήνη, αλλά και για όλες όσες γιορτάζουν σήμερα!
Να είσαστε καλά και να σας χαιρόμαστε!!!
Καλημέρα και καλή βδομάδα σε όλους και όλες!!!
Διάγνωση
Ιστορίες της μουσικής...
Τετάρτη 30 Απριλίου 2008
«Άγιον» Πάσχα
Χριστός Ανέστη
Christ is Risen
Hristos vaskrese
Христос вaскрсе!
Ο σοφός λαός μας πολύ ορθά λέει «Χριστούγεννα στην πόλη και Πάσχα στο χωριό» και αυτό θα έπρεπε να είχα κάνει κι εγώ, για να «νιώσω» λίγο το Πάσχα, μιας και στην πόλη… απογοητεύτηκα!!!
Η Μεγάλη βδομάδα με βρήκε να δουλεύω μέχρι και την Μεγάλη Τετάρτη, αποφασισμένος να μη νηστέψω, για διάφορους λόγους. Από τη μία, λατρεύω το κρέας και δουλεύω σε σουβλατζίδικο, κάτι που δεν βοηθάει στη νηστεία. Από την άλλη, πιστεύω πως η νηστεία γίνεται όποτε εμείς θέλουμε και όποτε εμείς νιώθουμε την ανάγκη να νηστέψουμε, όποτε εμείς νιώθουμε έτοιμοι να «καθαρίσουμε» για να κοινωνήσουμε και όχι όποτε μας υποδεικνύει η «μόδα» ή η εκκλησία!
Με το να «καθαρίσουμε», εννοώ ψυχικά, όχι σωματικά και «εντερικά». Ειδικά γι’αυτό δε μπόρεσα να νηστέψω, μιας και κάθε μέρα βρισκόταν κάποιος λόγος να χαλάσω τη διάθεση μου και να νευριάσω. Κάθε μέρα, βρισκόταν κάποιος να απαιτήσει κάτι, επικαλώντας κάποιο δικαίωμά του και καταπατώντας κάποιο δικό μου, με αποτέλεσμα να κάνω άσχημες σκέψεις και να βρίζω, έστω και μέσα μου. Ίσως τελικά για να νηστέψω και να «καθαρίσω», πρέπει να πάω για λίγο καιρό στο χωριό μου… αν και εκεί… μη χειρότερα!!!
Μεγάλη Παρασκευή και βόλτα με τον κολλητό και την κοπέλα του. Πίνουμε καφέ και σκέφτομαι πως εδώ, στην πόλη, και μέσα στην καθημερινότητα και το άγχος της, τα προβλήματα, τα χρέη, τις δουλειές και τις αβαρίες, οι άνθρωποι τρέχουν και πολλές φορές δεν φτάνουν! Έτσι και εμείς δεν φτάσαμε εγκαίρως για τον Επιτάφιο, μιας και περιμέναμε δύο φίλους να σχολάσουν από τη δουλειά…
Το Μεγάλο Σάββατο ήταν η μέρα της «απόδρασης», αφού – όπως έγραψε μια φίλη- «ξενέρωσα στην πόλη». Πήγα στο χωριό μου, κάπου στις Σέρρες. Αφού γέμισα τα πνευμόνια μου με καθαρό οξυγόνο και μου άνοιξε η όρεξη, έφαγα ένα "τριπλό" μεσημεριανό και απόλαυσα το χωριάτικο κλίμα… με μια κουβέρτα στον καναπέ! Κοιμήθηκα, όπως κάποτε, που ήμουν πιτσιρικάς και πήγαινα για ΟΛΟ το Πάσχα στο χωριό, και κάθε φορά που με έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ, η αγαπημένη μου γιαγιά με σκέπαζε με μια κουβέρτα… και κάθε φορά, με ξυπνούσε με φρέσκο γάλα και τη μυρωδιά του χωριάτικου ζυμωμένου ψωμιού…
Αυτή τη φορά, ήταν η μητέρα μου που με σκέπασε με την κουβέρτα και μετά από λίγες ώρες με ξύπνησε με τη μυρωδιά του ελληνικού καφέ που ψήνεται στη σόμπα. Μα τι καταπληκτικό καϊμάκι «φτιάχνει» η σόμπα! Και ακόμα καλύτερα φαγητά!!!
Η διάθεση μου εδώ και καιρό είναι λίγο «αντικοινωνική» και γι’αυτό συμφωνήσαμε με τον ξάδερφο να πάμε (ως κλασσικοί Ελληνάρες) στην Εκκλησία στις 23:45 για το «Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός» και να φύγουμε μετά το «Χριστός ανέστη εκ νεκρών» στις 00:05. Όλως παραδόξως, φέτος δεν ακούσαμε το γνωστό «Χρι- φσιουυυ, μπαμ, μπαμ- στόόός- φσιουυυ, τσφφφ, τσφφφ- Ανέέέ- μπαμ, μπαμ, μπαμ- στη εεεκ- φσιουυυ, μπαμ, τσφφφ, μπαμ, φσιουυυ- νεκρών», οπότε ήμασταν «πιστοί» στο ραντεβού μας με την μαγειρίτσα, ακριβώς στις 00:10.
Λίγες μέρες πριν, διάβασα στο blog μιας φίλης το καλύτερο σύντομο κείμενο σχετικά με το Πάσχα : « Άντε, να τα ψήσουμε και φέτος να τελειώνουμε». Αυτό κάναμε κι εμείς, αρχίζοντας από τη μαγειρίτσα. Ήταν που πεινούσαμε λίγο παραπάνω, ήταν που είχαμε αποφασίσει να μην βγούμε μετά, οπότε ήπιαμε κρασάκια στο σπίτι, ήταν και η μαγειρίτσα βρασμένη πάνω στην σόμπα (μούρλια) και νάτο το δεύτερο πιάτο μπροστά στον Dr Pako και το «άγιο Πάσχα» (μιας και πλέον, στην σύγχρονη Ελλάδα, Πάσχα = μάσα, φαγητό, χάψα, χλαπάκιασμα ή όπως αλλιώς θέλετε να το πείτε… και όπου «Πάσχα», μπορείτε να βάλετε όποια γιορτή θέλετε).
Κυριακή του Πάσχα, το σόι μαζεύεται στο σπίτι μας (λόγω ονομαστικής εορτής μου) και το ψήσιμο αρχίζει. Φέτος δεν «σουβλίσαμε», αλλά ψήσαμε στα κάρβουνα κατσικάκι και αρνάκι.
Η χαρά του ψησίματος (και του ψήστη) στο χωριό : έξω, στην αυλή, τριγυρισμένος από το πράσινο και άλλα χρώματα και έντονες φυσικές «μυρουδιές», με μια «φουφού» κυριολεκτικά μέσα σε έναν χορταρένιο παράδεισο, χωριάτικο κλίμα που κάνει το αλκοόλ να κατεβαίνει και το στομάχι να γεμίζει με φρεσκοψημένο κρέας μέχρι σκασμού! Κάπου εκεί, ανάμεσα σε δυο μπουκιές και μια γουλιά, ένας ξάδερφος λέει την πιο εύστοχη «εορταστική» ατάκα : «Α(ι)ντε… μαζί με το κατσικάκι… πάει και φέτος το Πάσχα»!!!
Καλό το χωριό, αλλά για λίγο. Μετά από λίγες ώρες ξεκούρασης, μπήκαμε στο αυτοκίνητο του ξαδέρφου και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής… με οδηγό εμένα! Επιτέλους, έκανα ένα ταξιδάκι οδηγώντας!!!
Το βράδυ της Κυριακής περιελάμβανε παρέα στο σπίτι, ήρεμα πράγματα, γέλια και ποτά. Γιόρτασα, αλλά «χαλαρά». Άλλωστε, πάντα στις γιορτές, με πιάνει μια μελαγχολία. Δεν ξέρω γιατί, αλλά συμβαίνει. Ειδικά φέτος, που είχα στο μυαλό μου (και στο «κεφάλι» μου) το μαγαζί και τους κουραστικούς (λιγοστούς) πελάτες, αλλά και το άγχος των εξετάσεων (που πλησιάζουν σιγά σιγά), η διάθεση μου μόνο εορταστική δεν ήταν! Άσε που νιώθω πως είναι ευχή και κατάρα να έχεις το όνομα μιας μεγάλης γιορτής, που όμως ο κόσμος δεν το έχει συνδυάσει με αυτή τη μέρα! Ναι, people, το Πάσχα γιορτάζουν και οι Πασχάληδες και οι Πασχαλίνες! Anyway…
Αυτά τα «ολίγα» σχετικά με το Πάσχα. Σε γενικές γραμμές, μπορώ να πω ότι όχι, δεν πέρασα καλά. Με πείραξε που κάποιοι φίλοι δεν με θυμήθηκαν. Με την ευκαιρία , να πω ένα ευχαριστώ σε όσους ξόδεψαν λίγο χρόνο και κόπο, για να μου πουν Χρόνια Πολλά. Στους υπόλοιπους… «δεν πειράζει»!!!
Άντε, και του χρόνου! Αν και είμαι από τα άτομα που πιστεύουν πως οι γιορτές και ειδικά το Πάσχα πρέπει να γιορτάζονται εντός Ελλάδος, μπορώ να πω ότι ζήλεψα το ταξίδι μιας φίλης, που πήγε στο Λονδίνο. Όχι μόνο για τον προορισμό, αλλά και για το ότι ήταν εκεί και ένιωσε την Πασχαλιάτικη κατάνυξη, ίσως και περισσότερο από ότι εμείς, εδώ, στην Ελλαδίτσα μας. Ίσως το επόμενο Πάσχα, να με βρει εκτός Ελλάδος. Ίσως, να είμαι εδώ, αλλά να έχει αλλάξει κάτι. Πού θα πάει, θα "αναστηθεί" και η πατριδούλα μας κάποτε…
Αληθώς ο Κύριος!
Indeed He is Risen!
Vaistinu Vaskrese
Ваистину вaскрсе!
Υ.Γ. 1: Συγνώμη, καλή μου φίλη, αλλά χθες το πρωί που με ρώτησε ένας φίλος «Τί (δώρα) πήρες στη γιορτή σου?» η απάντησή μου ήταν ειλικρινής και αυθόρμητη : « Ένα ζευγάρι γυαλιά, έναν σκληρό δίσκο και τον κ**ο μιας φίλης μου»… ουψ!!!
Υ.Γ.2: Σε αυτό το κείμενο δεν θα βρείτε τραγούδια. Όχι επειδή δεν είχα τουλάχιστον 15 επιλογές μέσα στο μυαλό μου από ελληνικά, παραδοσιακά - όπως ο Καρδιολόγος - θρακιώτικα ή και ποντιακά τραγούδια, μέχρι και διασκευασμένα ελληνικά από Ιμαμ Μπαϊλντί, αλλά και ξένα, παρμένα από ένα δορυφορικό τηλεοπτικό σταθμό (που μου κρατούσε «μουσική» συντροφιά όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα και γέμιζε αγαλλίαση την ψυχή μου, ακριβώς όπως πρέπει να είναι ένα Πασχαλιάτικο soundtrack), αλλά επειδή έστω και έτσι, θέλω να τιμήσω έναν «μεγάλο» άνθρωπο και να πενθήσω τον χαμό του : Αντίο, Μάριε Τόκα! Η μουσική σου θα μας ζεσταίνει πάντα! Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ!!!
Διάγνωση
Ιστορίες της ζωής...
Κυριακή 20 Απριλίου 2008
Μουσικό Σαββατόβραδο
Εναλλακτικοί τίτλοι :
Και καμιά δεκαριά ακόμα που τριγυρνάνε στο μυαλό μου, αλλά δεν είναι σημαντικοί! Προφανώς, είναι αποτελέσματα των μεσημεριανών ούζων ή της βραδινής Sangria-ς.
Αυτό το Σαββατόβραδο με βρήκε στο σπίτι, Χο Μαλόνη, όπως λέγαμε κάποτε, στα καγκούρικα χρόνια του γυμνασίου (η περιοχή που μένω, άλλωστε, χαρακτηρίζεται από αρκετή καγκουριά), εννοώντας ότι είμαι home alone, χωρίς γονείς, αδέρφια, σκυλιά, γατιά ή άλλα ζώα να με ζαλίζουν (δηλαδή, χωρίς γυναίκα! :P).
Παίρνω για παρέα μου ένα ποτήρι («ένα») Sangria, ανοίγω τον υπολογιστή, ακούω μουσικές, σκέφτομαι, «ταξιδεύω», ηρεμώ και κάποια στιγμή, αρχίζω να μιλάω με μία νέα διαδικτυακή φίλη. Όπα, μετά από τα «τελευταία», ας πούμε καλύτερα ότι είναι «φίλη». Ποτέ δεν ξέρεις…
Anyway, μιλάω με αυτό το γνωστό άγνωστο άτομο, για κάτι που έχουμε κοινό (όχι το sex, μη βιάζεσαι, πονηρέ/ή), τη μουσική! Βλέπεις, είναι παιδί του Former Republic Radio κι αυτή, κάτι «σκαλίζει» και στο ραδιόφωνο πειρατικά, οπότε…
Μετά από λίγη ώρα καταλήξαμε να μιλάμε για τραγούδια όπως αυτό
(αφού ξεπεράσετε το σοκ της «φλωριάς» του Wim Mertens, προσέξτε τα πνευστά… μόνο εγώ νόμιζα πως είναι βιολιά?)
να ανταλλάσουμε τραγούδια όπως αυτό, αυτό και αυτό και να διασκεδάζουμε βλέποντας videάκια όπως αυτό
και αυτό
(ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια του Mozart σε συνδυασμό με τη μουσική από έναν από τους αγαπημένους μου κινηματογραφικούς χαρακτήρες... χεχε)
Χάρη στον κολλητό μου, Ziggy, είχα βρει και αυτό το videάκι
(μα τι καταπληκτική φωνή έχει η Kate Bush)
που μας ηρέμησε, αφού είχαμε κουραστεί να ψάχνουμε για αυτό το τραγούδι, σε radio edit έκδοση. Δε πειράζει, girl, καλό είναι και το απλό. Και είναι ένα τραγούδι που θέλω να αφιερώσω στη Miss Tati, γιατί νομίζω πως θα της αρέσει!!!
Τελευταίο videάκι αυτό, γιατί κοντεύω να τρελαθώ
The Avalanches - Frontier Psychiatrist
(I am not a psychiatrist, my friend, although you definitely need one!) :)
Όπα, μου άδειασε το ποτηράκι! Πάω για refill… μη με περιμένετε!!!
Υ.Γ.1 : Μπορεί να μην βγήκα, αλλά πέρασα αρκετά καλά… «μόνος», στο σπίτι!!! ;)
Y.Γ2: Αυτό το videάκι είναι αφιερωμένο στον φίλο μου Ιvan που σε λίγους μήνες θα γίνει μπαμπάς!!!
(Ovaj video je za mog drugara Ivana koji ce za nekoliko meseci postati otac)
Όπως και αυτό (kao i ovaj)
(“ko o cemu, baba o kolachima... ko o cemu, Dr Pako o pickama”)
Oldies, but goldies
Τραγούδια… και όχι μόνο!!!
YouTube Mania
Και καμιά δεκαριά ακόμα που τριγυρνάνε στο μυαλό μου, αλλά δεν είναι σημαντικοί! Προφανώς, είναι αποτελέσματα των μεσημεριανών ούζων ή της βραδινής Sangria-ς.
Αυτό το Σαββατόβραδο με βρήκε στο σπίτι, Χο Μαλόνη, όπως λέγαμε κάποτε, στα καγκούρικα χρόνια του γυμνασίου (η περιοχή που μένω, άλλωστε, χαρακτηρίζεται από αρκετή καγκουριά), εννοώντας ότι είμαι home alone, χωρίς γονείς, αδέρφια, σκυλιά, γατιά ή άλλα ζώα να με ζαλίζουν (δηλαδή, χωρίς γυναίκα! :P).
Παίρνω για παρέα μου ένα ποτήρι («ένα») Sangria, ανοίγω τον υπολογιστή, ακούω μουσικές, σκέφτομαι, «ταξιδεύω», ηρεμώ και κάποια στιγμή, αρχίζω να μιλάω με μία νέα διαδικτυακή φίλη. Όπα, μετά από τα «τελευταία», ας πούμε καλύτερα ότι είναι «φίλη». Ποτέ δεν ξέρεις…
Anyway, μιλάω με αυτό το γνωστό άγνωστο άτομο, για κάτι που έχουμε κοινό (όχι το sex, μη βιάζεσαι, πονηρέ/ή), τη μουσική! Βλέπεις, είναι παιδί του Former Republic Radio κι αυτή, κάτι «σκαλίζει» και στο ραδιόφωνο πειρατικά, οπότε…
Μετά από λίγη ώρα καταλήξαμε να μιλάμε για τραγούδια όπως αυτό
(αφού ξεπεράσετε το σοκ της «φλωριάς» του Wim Mertens, προσέξτε τα πνευστά… μόνο εγώ νόμιζα πως είναι βιολιά?)
να ανταλλάσουμε τραγούδια όπως αυτό, αυτό και αυτό και να διασκεδάζουμε βλέποντας videάκια όπως αυτό
και αυτό
(ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια του Mozart σε συνδυασμό με τη μουσική από έναν από τους αγαπημένους μου κινηματογραφικούς χαρακτήρες... χεχε)
Χάρη στον κολλητό μου, Ziggy, είχα βρει και αυτό το videάκι
(μα τι καταπληκτική φωνή έχει η Kate Bush)
που μας ηρέμησε, αφού είχαμε κουραστεί να ψάχνουμε για αυτό το τραγούδι, σε radio edit έκδοση. Δε πειράζει, girl, καλό είναι και το απλό. Και είναι ένα τραγούδι που θέλω να αφιερώσω στη Miss Tati, γιατί νομίζω πως θα της αρέσει!!!
Τελευταίο videάκι αυτό, γιατί κοντεύω να τρελαθώ
The Avalanches - Frontier Psychiatrist
(I am not a psychiatrist, my friend, although you definitely need one!) :)
Όπα, μου άδειασε το ποτηράκι! Πάω για refill… μη με περιμένετε!!!
Υ.Γ.1 : Μπορεί να μην βγήκα, αλλά πέρασα αρκετά καλά… «μόνος», στο σπίτι!!! ;)
Y.Γ2: Αυτό το videάκι είναι αφιερωμένο στον φίλο μου Ιvan που σε λίγους μήνες θα γίνει μπαμπάς!!!
(Ovaj video je za mog drugara Ivana koji ce za nekoliko meseci postati otac)
Όπως και αυτό (kao i ovaj)
(“ko o cemu, baba o kolachima... ko o cemu, Dr Pako o pickama”)
Τετάρτη 16 Απριλίου 2008
Mr. Jones
Η διάθεση μου κατά το τέλος της προηγούμενης βδομάδας ήταν αρκετά πεσμένη (μιας και ένας πανηλίθιος με στενοχώρησε και με έκανε να χάσω μια καλή φίλη), ώστε να πω για άλλη μία φορά στον εαυτό μου: «δεν θα βγεις το Σαββατοκύριακο από το σπίτι, κάτσε στη μοναξιά σου, να ηρεμήσεις». Φυσικά, για άλλη μία φορά, ΔΕΝ το έκανα!!!
Το Σάββατο ήταν γεμάτο με μαγείρεμα και συγγενείς – και πόσο μου αρέσει αυτή η οικογενειακή μας συνήθεια να τρώμε ψαράκια και να πίνουμε ουζάκια κάθε Σάββατο!
Το απόγευμα με περίμενε μία μικρή «μεγάλη» έκπληξη : ο κολλητός μου είχε έρθει με άδεια! Κανονίζουμε αμέσως καφέ και μου κάνει την χάρη να έρθει στο σπίτι μου, αφού είχα αποφασίσει πως δεν θα βγω καθόλου! Ναι, καλά! Κατά τις 23:30 ετοιμάστηκα και πήγαμε… «για ένα ποτό μόνο, ε!»
Η διάθεση μου με κράτησε μακριά από το αγαπημένο μου Bliss (Ερμού 51) και την τρελή κοριτσοπαρέα που ήξερα ότι θα ήταν μαζεμένη εκεί και κατόπιν συνεννόησης του κολλητού και ενός καλού μας φίλου, πήγαμε στο Mr. Jones!
Mr. Jones, λοιπόν, κάπου «πίσω» από τα αρχαία της πλατείας Ναβαρίνου. Εκεί μας περίμεναν ένας κολλητός (hey, Stan… αναρωτιέμαι, άραγε το διαβάζεις αυτό?) και ένας πολύ καλός φίλος και dj του μαγαζιού (Lupus, Lupus, είσαι εδώ?). Στην παρέα ήταν και άλλος ένας φίλος (γαμώτο, γιατί ξεχνάω συνέχεια το nickname του?) και δύο κοπέλες - είπαμε, «νηστεία», αποχή, όπως θέλεις πες το, αλλά εγώ δεν ασχολούμαι παραπάνω! Τουλάχιστον όχι, για λίγο καιρό! Anyway…
Η βραδιά κύλησε όμορφα, με καλές μουσικές επιλογές από τον dj Superman a.k.a. Lupus, κουβεντούλες και γέλια! Πάρτε γεύση :

(Η φωτογραφία δείχνει καθαρά έναν από τους λόγους που γελούσαμε εκείνο το βράδυ… ο κολλητός μου Ziggy με δανεικά γυαλιά, ο Stan κοροϊδεύει, ενώ εγώ μουντζώνω! Η φωτογραφία «τραβήχτηκε» και επεξεργάστηκε από τον dj Lupus!)
Η ώρα πέρασε και η αλλαγή του μαγαζιού ήταν «υποχρεωτική»… ε, δεν πιέστηκα κιόλας για να συμφωνήσω (ενώ κατά τ’άλλα βγήκα για ένα ποτό, μόνο!).
Η βόλτα από το ένα μαγαζί στο άλλο είναι κάτι που λατρεύω, μιας και ο καθαρός αέρας μου κάνει πάντα καλό και μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου και να φτιάχνω στο μυαλό μου ιστοριούλες, όπως:
Η κατάσταση στο δεύτερο μαγαζί ήταν απλά η συνέχεια… αρκετό γέλιο, λίγος χαζοχορός και… ε, κάναμε και λίγο «μπανιστήρι»…
Η τελευταία βόλτα ήταν κάπως παράξενη. Όχι ότι δεν μου άρεσε, αλλά όπως είπα σε ένα φίλο :
Με αυτά και με αυτά, το βράδυ έκλεισε όμορφα και μου άφησε μια τόσο ευχάριστη και χαρούμενη διάθεση, που ακόμα και σήμερα (αν και η Τρίτη τελείωσε) είχα ένα χαμόγελο στα χείλη και μια αισιοδοξία στην καρδιά! Νομίζω πως σύντομα θα επαναληφθεί αυτή η βραδιά και ότι από εδώ και πέρα, όλα τα βράδια μας θα είναι έτσι!
Ελπίζω να περάσατε κι εσείς το ίδιο καλά!!! See you soon!!!
Υ.Γ.: Αυτό το τραγουδάκι είναι αφιερωμένο στον dj Superman a.k.a. Lupus, γιατί ξέρω πως του (σου) αρέσει και τον βάζει σε ρυθμό!!!
Το Σάββατο ήταν γεμάτο με μαγείρεμα και συγγενείς – και πόσο μου αρέσει αυτή η οικογενειακή μας συνήθεια να τρώμε ψαράκια και να πίνουμε ουζάκια κάθε Σάββατο!
Το απόγευμα με περίμενε μία μικρή «μεγάλη» έκπληξη : ο κολλητός μου είχε έρθει με άδεια! Κανονίζουμε αμέσως καφέ και μου κάνει την χάρη να έρθει στο σπίτι μου, αφού είχα αποφασίσει πως δεν θα βγω καθόλου! Ναι, καλά! Κατά τις 23:30 ετοιμάστηκα και πήγαμε… «για ένα ποτό μόνο, ε!»
Η διάθεση μου με κράτησε μακριά από το αγαπημένο μου Bliss (Ερμού 51) και την τρελή κοριτσοπαρέα που ήξερα ότι θα ήταν μαζεμένη εκεί και κατόπιν συνεννόησης του κολλητού και ενός καλού μας φίλου, πήγαμε στο Mr. Jones!
Mr. Jones, λοιπόν, κάπου «πίσω» από τα αρχαία της πλατείας Ναβαρίνου. Εκεί μας περίμεναν ένας κολλητός (hey, Stan… αναρωτιέμαι, άραγε το διαβάζεις αυτό?) και ένας πολύ καλός φίλος και dj του μαγαζιού (Lupus, Lupus, είσαι εδώ?). Στην παρέα ήταν και άλλος ένας φίλος (γαμώτο, γιατί ξεχνάω συνέχεια το nickname του?) και δύο κοπέλες - είπαμε, «νηστεία», αποχή, όπως θέλεις πες το, αλλά εγώ δεν ασχολούμαι παραπάνω! Τουλάχιστον όχι, για λίγο καιρό! Anyway…
Η βραδιά κύλησε όμορφα, με καλές μουσικές επιλογές από τον dj Superman a.k.a. Lupus, κουβεντούλες και γέλια! Πάρτε γεύση :
Dr Pako: «Λοιπόν, ο barman εδώ και ώρα σε κοιτάζει! Πες του κάτι του παιδιού, δώσε του ένα «σημάδι», κάνε ένα κομπλιμέντο! Να, τώρα που θα παραγγείλεις… φώναξε τον!»
Κοπέλα 1 : «Πώς? Κούκλε? Όμορφε? Γλυκέ μου? Μανάρι?»
Κοπέλα 2 : «Καρντάση?»
Dr Pako: «Καρντάση? Αυτό είναι κομπλιμέντο? Χαχα!»

(Η φωτογραφία δείχνει καθαρά έναν από τους λόγους που γελούσαμε εκείνο το βράδυ… ο κολλητός μου Ziggy με δανεικά γυαλιά, ο Stan κοροϊδεύει, ενώ εγώ μουντζώνω! Η φωτογραφία «τραβήχτηκε» και επεξεργάστηκε από τον dj Lupus!)
Η ώρα πέρασε και η αλλαγή του μαγαζιού ήταν «υποχρεωτική»… ε, δεν πιέστηκα κιόλας για να συμφωνήσω (ενώ κατά τ’άλλα βγήκα για ένα ποτό, μόνο!).
Η βόλτα από το ένα μαγαζί στο άλλο είναι κάτι που λατρεύω, μιας και ο καθαρός αέρας μου κάνει πάντα καλό και μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου και να φτιάχνω στο μυαλό μου ιστοριούλες, όπως:
«αυτό το ζευγάρι μαλώνει, άρα μέσα στο μυαλό της έχουν χωρίσει, ενώ στο δικό του όχι… ο κυριλέ τυπάκος έχει πιεί λίγο παραπάνω από όσο αντέχει, άρα θα τρακάρει πηγαίνοντας σπίτι… η κοπέλα με τα κόκκινα «ψάχνεται», αλλά αν δεν βγάλει το ύφος της απελπισίας και της α**μίας από το πρόσωπό της, δεν θα αλλάξει η τύχη της… αυτό το ζευγάρι μόλις ανακάλυψε τον έρωτά του και το χαίρομαι… το παλικάρι με το άσπρο μπουφάν γελάει με την ψυχή του, σαν να κέρδισε το λαχείο...λες?…» …
Η κατάσταση στο δεύτερο μαγαζί ήταν απλά η συνέχεια… αρκετό γέλιο, λίγος χαζοχορός και… ε, κάναμε και λίγο «μπανιστήρι»…
Η τελευταία βόλτα ήταν κάπως παράξενη. Όχι ότι δεν μου άρεσε, αλλά όπως είπα σε ένα φίλο :
From all the drugs the one i like more is music
From all the ladies the one i kiss is music
Music is my girlfriend …
Με αυτά και με αυτά, το βράδυ έκλεισε όμορφα και μου άφησε μια τόσο ευχάριστη και χαρούμενη διάθεση, που ακόμα και σήμερα (αν και η Τρίτη τελείωσε) είχα ένα χαμόγελο στα χείλη και μια αισιοδοξία στην καρδιά! Νομίζω πως σύντομα θα επαναληφθεί αυτή η βραδιά και ότι από εδώ και πέρα, όλα τα βράδια μας θα είναι έτσι!
Ελπίζω να περάσατε κι εσείς το ίδιο καλά!!! See you soon!!!
Υ.Γ.: Αυτό το τραγουδάκι είναι αφιερωμένο στον dj Superman a.k.a. Lupus, γιατί ξέρω πως του (σου) αρέσει και τον βάζει σε ρυθμό!!!
Διάγνωση
Ιστορίες του ξημερώματος...
Κυριακή 13 Απριλίου 2008
Δύο μηνών... πολίτης!!!
Όπως και τόσοι άλλοι πριν (ή/και μετά) από εμένα, έτσι κι εγώ πέρυσι, χαιρέτησα τους δικούς μου με ένα τραγουδάκι και πήγα να υπηρετήσω τη πατρίδα. Ακριβώς 14 μήνες πριν από σήμερα, στις 13 Φεβρουαρίου 2007 παρουσιάστηκα στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Υγειονομικού, στην Άρτα!
Τη στιγμή που περνούσα τη πύλη του στρατοπέδου, ένιωθα πως θα περάσω μια «εύκολη» θητεία και τραγουδούσα αυτό (χα, κοίτα σύμπτωση… και τώρα αυτό τραγουδάω, για άλλους λόγους και ΑΛΛΕΣ αιτίες).
Τις πρώτες μέρες ήμουν κάπως έτσι, ρέμπελος, (όπως είχα γράψει τότε) και καλοπερνούσα. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι πήγα στο στρατό και όχι… στη κατασκήνωση!!!
Τα πράγματα δυσκόλεψαν λίγο (ελάχιστα, θα έλεγα) όσο προχωρούσε η εκπαίδευση και οι ανώτεροί μας ( ή οι ανεγκέφαλοι, ίσως να είναι και το ίδιο) μας μετέτρεπαν σιγά σιγά σε στρατιώτες, διδάσκοντας μας εμβατήρια και άλλα στρατιωτικά και πολεμικά θέματα.
Η πρώτη «μικρή» μετάθεση δεν άργησε να έρθει και αφού χαιρέτησα φίλους, φίλες, γνωστούς και γνωστές στην Άρτα, ήρθα στο 424 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Νομίζω πως δεν χρειάζεται να πω τίποτε παραπάνω για τον 1,5 μήνα που πέρασα εδώ, στη πόλη μου και στο σπίτι μου!
Η πρώτη «κανονική» μετάθεση με έστειλε στη Σκύδρα, ένα χωριό δίπλα στην Έδεσσα. Όλως τυχαίως, πρόπερσι «αποκτήσαμε» συγγενείς σε ένα διπλανό χωριό, οπότε… έφυγα από το σπίτι μου, για να πάω στο σπίτι «μου».
Η θητεία μου κυλούσε ομαλά και ενώ ήμουν έτσι κάποιες φορές,
έγινε κάτι καλό και πέρασα αυτή τη πόρτα…
και για τους επόμενους 4 μήνες ήμουν έτσι!
Όπως κάθε «κληρωτός οπλίτης» - στρατιώτης, έπρεπε να συμμετέχω σε πορείες, βολές, ασκήσεις, με αποτέλεσμα αρκετές φορές να «σκάω» και να θέλω να τα σπάσω όλα, αλλά τελικά να σκέφτομαι αυτό που αναφέρεται στην εισαγωγή του οδηγού γενικής χειρουργικής της Οξφόρδης : «μία εφημερία, όπως και κάθε δύσκολη κατάσταση της ζωής, αντιμετωπίζεται ευκολότερα, όταν κάποιος σκέφτεται το εξής : «κάποτε, θα τελειώσει»!. Με αυτή τη σκέψη, έφτιαξα τον δικό μου «στρατό» μέσα μου και αντιμετώπιζα κάθε δυσκολία… με γέλιο!!!
Ο καιρός περνούσε, η θητεία μου προχωρούσε, άλλοτε με γέλια και χαρές, άλλοτε με στενοχώρια, νεύρα και λύπη… αλλά, πάντα με ένα «δε πειράζει» στο τέλος! (και soundtrack από τον Republic Radio που άκουγα συνέχεια!!!)
Ο Οκτώβριος με βρήκε στο 412 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ξάνθης, μιας και εκεί με έστειλε η δεύτερη μετάθεση μου. Τι να πω για το τελευταίο τρίμηνο της θητείας μου? Ίσως να καταλάβετε τα πάντα από μια φράση που έλεγα συνέχεια, όσο πλησίαζε η μέρα της απόλυσης μου : «γίνεται να με κρατήσουν ακόμα λίγο στο στρατό, αν είναι να περνάω τόσο καλά?».
Κάπως έτσι, έφτασε η Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2008, όπου επέστρεψα στη Ξάνθη (μετά από μια μεγάλη άδεια απολύσεως) για να πάρω το «χαρτί». Απολύθηκα και τελείωσα άλλη μια υποχρέωση της ζωής μου. Αυτό ήταν!
Τώρα… ? Τι με περιμένει? Ότι και αν είναι, πλέον ξέρω πως «αργά ή γρήγορα, θα τελειώσει»! Και φυσικά, για κάθε άσχημη στιγμή και κατάσταση, ένα «δε πειράζει» είναι έτοιμο!!!
Υ.Γ. 1: Αν και πριν λίγες μέρες αποφάσισα να κόψω το «άθλημα» και για λίγο καιρό να μην ασχοληθώ καν με το «αντικείμενο», νομίζω πως πρέπει να κάνω μια εξαίρεση και να αναφερθώ στις γυναίκες που ομόρφυναν τη στρατιωτική μου ζωή :
-το πρώτο 1/3 της θητείας μου είχα τις «φίλες» μου (ε, ήμουν και στην έδρα μου… όλα ήταν εύκολα και βολικά) και τις ευχαριστώ πολύ!
-το δεύτερο 1/3 της θητείας μου, η μουσική με ένωσε με… μια dj! Οι κουβεντούλες μας περί μουσικής μου έχουν λείψει, τα γέλια μας με χαροποιούν ακόμα, ενώ το sex… αχ! Να είσαι καλά, όπου και αν είσαι, Dj Stone!
-το τρίτο 1/3 της θητείας μου, έγινε παιχνιδιάρικο όπως ένα νηπιαγωγείο, ζεστό αν και ήμουν σε κρύο μέρος, γελαστό αν και προβληματιζόμουν για τις υποχρεώσεις της «μετά στρατού» ζωής, και άλλα πολλά, χάρη σε μια γυναίκα : τη Τζέλλα! Αν και τώρα τελευταία το «λήξαμε» το θέμα και ίσως λίγο άσχημα, θα είναι πάντα ένα… κομματάκι Lacta, της δικής μου «σοκολατένιας» ζωής!
Υ.Γ. 2: Θέλοντας να αφήσω μια μικρή «κληρονομιά» σε όλους αυτούς που θα υπηρετήσουν τη «μαμά πατρίδα» κάποια μελλοντική στιγμή, σκέφτηκα να τους δώσω μια λίστα από κάποια πράγματα που λίγο ή πολύ είναι απαραίτητα για μια «εύκολη» θητεία. Καλή θητεία να έχετε και καλοί πολίτες όσοι τελειώνετε!!!
Τη στιγμή που περνούσα τη πύλη του στρατοπέδου, ένιωθα πως θα περάσω μια «εύκολη» θητεία και τραγουδούσα αυτό (χα, κοίτα σύμπτωση… και τώρα αυτό τραγουδάω, για άλλους λόγους και ΑΛΛΕΣ αιτίες).
Τις πρώτες μέρες ήμουν κάπως έτσι, ρέμπελος, (όπως είχα γράψει τότε) και καλοπερνούσα. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι πήγα στο στρατό και όχι… στη κατασκήνωση!!!Τα πράγματα δυσκόλεψαν λίγο (ελάχιστα, θα έλεγα) όσο προχωρούσε η εκπαίδευση και οι ανώτεροί μας ( ή οι ανεγκέφαλοι, ίσως να είναι και το ίδιο) μας μετέτρεπαν σιγά σιγά σε στρατιώτες, διδάσκοντας μας εμβατήρια και άλλα στρατιωτικά και πολεμικά θέματα.
Η πρώτη «μικρή» μετάθεση δεν άργησε να έρθει και αφού χαιρέτησα φίλους, φίλες, γνωστούς και γνωστές στην Άρτα, ήρθα στο 424 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Νομίζω πως δεν χρειάζεται να πω τίποτε παραπάνω για τον 1,5 μήνα που πέρασα εδώ, στη πόλη μου και στο σπίτι μου!
Η πρώτη «κανονική» μετάθεση με έστειλε στη Σκύδρα, ένα χωριό δίπλα στην Έδεσσα. Όλως τυχαίως, πρόπερσι «αποκτήσαμε» συγγενείς σε ένα διπλανό χωριό, οπότε… έφυγα από το σπίτι μου, για να πάω στο σπίτι «μου».
Η θητεία μου κυλούσε ομαλά και ενώ ήμουν έτσι κάποιες φορές,

έγινε κάτι καλό και πέρασα αυτή τη πόρτα…
και για τους επόμενους 4 μήνες ήμουν έτσι!
Όπως κάθε «κληρωτός οπλίτης» - στρατιώτης, έπρεπε να συμμετέχω σε πορείες, βολές, ασκήσεις, με αποτέλεσμα αρκετές φορές να «σκάω» και να θέλω να τα σπάσω όλα, αλλά τελικά να σκέφτομαι αυτό που αναφέρεται στην εισαγωγή του οδηγού γενικής χειρουργικής της Οξφόρδης : «μία εφημερία, όπως και κάθε δύσκολη κατάσταση της ζωής, αντιμετωπίζεται ευκολότερα, όταν κάποιος σκέφτεται το εξής : «κάποτε, θα τελειώσει»!. Με αυτή τη σκέψη, έφτιαξα τον δικό μου «στρατό» μέσα μου και αντιμετώπιζα κάθε δυσκολία… με γέλιο!!!
Ο καιρός περνούσε, η θητεία μου προχωρούσε, άλλοτε με γέλια και χαρές, άλλοτε με στενοχώρια, νεύρα και λύπη… αλλά, πάντα με ένα «δε πειράζει» στο τέλος! (και soundtrack από τον Republic Radio που άκουγα συνέχεια!!!)
Ο Οκτώβριος με βρήκε στο 412 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ξάνθης, μιας και εκεί με έστειλε η δεύτερη μετάθεση μου. Τι να πω για το τελευταίο τρίμηνο της θητείας μου? Ίσως να καταλάβετε τα πάντα από μια φράση που έλεγα συνέχεια, όσο πλησίαζε η μέρα της απόλυσης μου : «γίνεται να με κρατήσουν ακόμα λίγο στο στρατό, αν είναι να περνάω τόσο καλά?».
Κάπως έτσι, έφτασε η Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2008, όπου επέστρεψα στη Ξάνθη (μετά από μια μεγάλη άδεια απολύσεως) για να πάρω το «χαρτί». Απολύθηκα και τελείωσα άλλη μια υποχρέωση της ζωής μου. Αυτό ήταν!
Τώρα… ? Τι με περιμένει? Ότι και αν είναι, πλέον ξέρω πως «αργά ή γρήγορα, θα τελειώσει»! Και φυσικά, για κάθε άσχημη στιγμή και κατάσταση, ένα «δε πειράζει» είναι έτοιμο!!!
Υ.Γ. 1: Αν και πριν λίγες μέρες αποφάσισα να κόψω το «άθλημα» και για λίγο καιρό να μην ασχοληθώ καν με το «αντικείμενο», νομίζω πως πρέπει να κάνω μια εξαίρεση και να αναφερθώ στις γυναίκες που ομόρφυναν τη στρατιωτική μου ζωή :
-το πρώτο 1/3 της θητείας μου είχα τις «φίλες» μου (ε, ήμουν και στην έδρα μου… όλα ήταν εύκολα και βολικά) και τις ευχαριστώ πολύ!
-το δεύτερο 1/3 της θητείας μου, η μουσική με ένωσε με… μια dj! Οι κουβεντούλες μας περί μουσικής μου έχουν λείψει, τα γέλια μας με χαροποιούν ακόμα, ενώ το sex… αχ! Να είσαι καλά, όπου και αν είσαι, Dj Stone!
-το τρίτο 1/3 της θητείας μου, έγινε παιχνιδιάρικο όπως ένα νηπιαγωγείο, ζεστό αν και ήμουν σε κρύο μέρος, γελαστό αν και προβληματιζόμουν για τις υποχρεώσεις της «μετά στρατού» ζωής, και άλλα πολλά, χάρη σε μια γυναίκα : τη Τζέλλα! Αν και τώρα τελευταία το «λήξαμε» το θέμα και ίσως λίγο άσχημα, θα είναι πάντα ένα… κομματάκι Lacta, της δικής μου «σοκολατένιας» ζωής!
Υ.Γ. 2: Θέλοντας να αφήσω μια μικρή «κληρονομιά» σε όλους αυτούς που θα υπηρετήσουν τη «μαμά πατρίδα» κάποια μελλοντική στιγμή, σκέφτηκα να τους δώσω μια λίστα από κάποια πράγματα που λίγο ή πολύ είναι απαραίτητα για μια «εύκολη» θητεία. Καλή θητεία να έχετε και καλοί πολίτες όσοι τελειώνετε!!!
Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΛΙΣΤΑ ΤΟΥ Δρ ΠΑΚΟ
-1 υπνόσακος
-2 σεντόνια
-2 μαξιλαροθήκες
-Πολλά εσώρουχα
-Πολλά ζευγάρια χακί κάλτσες ( κατά προτίμηση «πετσετέ»)
-Αρκετά σκουρόχρωμα μπλουζάκια τύπου φανέλας
-Αρκετά σκουρόχρωμα μπλουζάκια τύπου T SHIRT
-1 πετσέτα σώματος (αρκεί να μην σιχαίνεστε να χρησιμοποιήσετε τις στρατιωτικές πετσέτες… αλλιώς, πάρτε περισσότερες)
-1 πετσέτα προσώπου
-1 πετσέτα χεριών
-1 πετσέτα για τα πόδια (ο στρατός παρέχει σε όλους τους στρατιώτες από 2 ή 3 πετσέτες κάθε χρήσης)
-1 ζευγάρι πιτζάμες (ή οτιδήποτε άλλο μπορείτε να φορέσετε για να κοιμηθείτε, πχ. φόρμες)
-1 ζευγάρι χακί ή μαύρα γάντια
-1 χακί κασκόλ
-1 χακί ή μαύρο σκούφο (αν έχετε σκούφο τύπου «full face» να τον προτιμήσετε)
-1 ζευγάρι ανατομικούς πάτους υποδημάτων
-6 λουκέτα (1 μακρόστενο, 1 μεγάλο, 2 μεσαία, 2 μικρά για τα φερμουάρ των αποσκευών σας)
-1 πολύπριζο ή τρίπριζο τύπου Τ (δεν επιτρέπεται, αλλά… )
-1 νυχοκόπτη ή ψαλιδάκι
-Σαμπουάν, σαπούνια, οδοντόκρεμες, ωτοκαθαριστές κτλ… ε, αυτά θα έπρεπε να τα ξέρετε!!!
-Λίγα ρολά χαρτί υγείας
-Μερικά πακέτα μωρομάντηλα ΧΩΡΙΣ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑ (θα με θυμηθείτε για αυτό το ΧΩΡΙΣ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑ!)
-1 σημειωματάριο τσέπης
-1 στυλό μπλε ή μαύρο
-1 φακό τσέπης (μικρό αλλά δυνατό)
-1 σφυρίχτρα
-Μερικές σακούλες
-Hansaplast, επιθέματα για κάλους, κρέμα χεριών, lisopaine, depon, panadol (extra κατά προτίμηση), ponstan, riopan, primperan, maalox, mesulid, algover: δεν θα τα «φάτε» ΟΛΑ εσείς… απλά, μη ξεχνάτε ότι μπορεί να τα χρειαστεί κάποιος άλλος στρατιώτης!
-Zovirax, mundisal, pyralvex, listerine: για προσωπική χρήση ΜΟΝΟ, καλύτερα
-1 θερμόμετρο
ΧΡΗΣΙΜΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ
2310 -893237 Διευθυντής Στρατολογίας
2310-893242 Στρατολόγος
2310-893238 Γραμματεία
2310-850060 Ενημέρωση - FAX
ΚΑΛΗ ΘΗΤΕΙΑ!!!
Διάγνωση
Ιστορίες του στρατού...
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
